Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Το ναρκοπέδιο της «διαπραγμάτευσης»

του Βαγγέλη Αντωνίου

Κάθε φορά που σβήνει μια ημερομηνία από το ληξιάριο των δόσεων προς τους δανειστές, η βαθιά καθημαγμένη ελληνική οικονομία και κοινωνία υφίσταται άλλη μια δυσαναπλήρωτη αφαίμαξη, συσσωρευόμενη πάνω στην τεράστια ήδη 5ετή μνημονιακή αιμορραγία, ώστε να εκμετρώνται πλέον οι τελευταίοι κόκκοι άμμου στην κλεψύδρα που θα καταγράψει τη βλάβη ως ανήκεστη.

Αυτό είναι το «έδαφος» πάνω στο οποίο διεξάγεται η περίφημη διαπραγμάτευση. Ολισθηρό το είχαν χαρακτηρίσει κορυφαία στελέχη του κόμματος (Σ.Σ.: του ΣΥΡΙΖΑ), έχοντα μέχρι πρόσφατα την ευθύνη της οικονομικής του πολιτικής, ναρκοθετημένο, τόσο από τη στημένη παγίδα της 28ης Φλεβάρη όσο και από τον τρόπο που οι «θεσμοί» οργάνωσαν τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, κάποιοι άλλοι «ακραίοι» μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ.

Και όσο τα «ψωμιά σώνονται» και η «εντιμότητα» του συμβιβασμού αποδεικνύεται -τουλάχιστον...
για όσους έχουν τη στοιχειώδη εντιμότητα να κοιτούν κατάματα την πραγματικότητα και όχι να την παρακάμπτουν με την ευρηματικότητα των ευφημισμών- φενάκη, τόσο το δίλημμα αναδύεται καθαρό και κρυστάλλινο: ρήξη ή υποταγή.

Η ευκρινής ανάγνωση των δεδομένων είναι αναγκαία συνθήκη για τα επόμενα βήματα, όποια κι αν είναι αυτά. Και είναι, σε κάθε περίπτωση, βήματα δύσκολα σε αχαρτογράφητες περιοχές.

Το πεδίο που θα οριστεί από τον οριστικό ταξικό συμβιβασμό είναι μάλλον πιο ιχνηλάσιμο. Μπορεί (;) να βρεθούν, στο πλαίσιο της κατανομής ρόλων (ο «κακός» Σόιμπλε, ο «καλός» Γιούνγκερ, ο «άσχημος» Σουλτς, ο «ωραίος» Ομπάμα και πάει λέγοντας) μεταξύ των «θεσμών», τα προσχήματα και το αμπαλάζ για το νέο, ίσως λίγο πιο light, μνημόνιο και το νέο μεσοπρόθεσμο. Δεν μπορεί, ωστόσο, να υπάρχει η παραμικρή αυταπάτη ότι θα συμφιλιωθούν όλοι αυτοί στην ιδέα ότι τάχα μια κάποια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα αφεθεί στο τιμόνι. Για τον πολύ απλό λόγο ότι το κοινωνικό ρήγμα των μνημονίων δεν έχει κλείσει και οι μανούβρες της διαδρομής είναι δύσκολες και επικίνδυνες.

Συνεπώς, η υποταγή έχει και τα επίχειρά της, που δεν είναι άλλα από την οριστική εγκατάλειψη ενός ηγεμονικού αριστερού -έστω και ως υποψία- σχεδίου και φυσικά του αντίστοιχου πολιτικού προσωπικού.

Ας δούμε, για παράδειγμα, τις συγκρούσεις που αναδύονται στην τρέχουσα καθημερινότητα. Η ατζέντα «νόμος και τάξις» που σηκώνει τόσο ψηλά σύσσωμο το συστημικό μπλοκ, το αντι-μεταναστευτικό, η υπεράσπιση των αντιμεταρρυθμίσεων στον χώρο της παιδείας, που έχει αναλάβει σχεδόν εργολαβικά το Ποτάμι, πόσο ξεκομμένα είναι άραγε και άσχετα από τα τεκταινόμενα στο κρίσιμο πεδίο της λεγόμενης «διαπραγμάτευσης»;

Πόσο αποτελεσματική θα ήταν η σχετική προπαγάνδα αν δεν πατούσε πάνω στην τερατολογία και καταστροφολογία του «ατυχήματος»; Πόσα απίδια θα μάζευαν στον σάκο τους όλοι αυτοί οι αντιπολιτευόμενοι της πεντάρας, οι πεμπτοφαλλαγίτες του ευρωλιγουρισμού, αν δεν είχαν πίσω τους τις πλάτες των «δανειστών»;

Αν το ευρώ, ως έσχατο όριο, ασπίδα και συνάμα κορυφαία στρατηγική επιλογή του αστισμού, δεν είχε αποκτήσει μια τέτοια, δυστυχώς και με ευθύνη του τμήματος εκείνου της Αριστεράς που δυσκολεύεται να απαλλαγεί από τον δικό του ευρωπαϊστικό καταναγκασμό, έως και «φαντασιακή» διάσταση σε μεγάλο μέρος της συλλογικής συνείδησης;

Την ίδια στιγμή, εντελώς «τυχαία», «σοβαρά» στελέχη μας νεοπαγών «ενωτικών» συμπήξεων, κάτοχοι κυβερνητικών θώκων εκ μεταγραφών από τα αζήτητα, «σώφρονες» φωνές, τιτιβίσματα και γραφίδες νεόκοπων φίλων και αθρόως, όχι βεβαίως αζημίως, προσερχομένων χειροκροτητών, κάθε πρωί χαϊδεύουν τ' αυτιά των «φιλήσυχων νοικοκυραίων» και στα δελτία των 8 ερμηνεύουν την 138η εκδοχή της λαϊκής εντολής, προτρέποντας τον πρωθυπουργό να υπογράψει μια ώρα αρχύτερα.

Πόσο συμπτωματικός είναι όλος αυτός ο συντονισμός στη θεματολογία και την απολογητική; Πόσο μνημόνιο και πόση υποτέλεια μπορεί να παγιωθεί, πόσες παρθενορραφές μπορούν ακόμη να γίνουν στο κοινωνικό αυτό χάσμα, χωρίς την εμπέδωση και εμβάθυνση του κράτους έκτακτης ανάγκης; Και ποια -έστω και μετανεωτερική- εκδοχή αριστεράς μπορεί να «διαχειριστεί» αυτή τη συνθήκη;

Για να το πούμε αλλιώς: δυνατότητα συμφιλίωσης ή «εξημέρωσης» του αντιπάλου, σήμερα, δεν υπάρχει. Μας το δείχνει με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο η θλιβερή σημερινή σοσιαλδημοκρατία, εγχώρια, ευρωπαϊκή και διεθνής, οικόσιτο και παρακολούθημα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Που δεν είναι, ας το επαναλάβουμε, εμμονή ή ιδεολόγημα: είναι η ιδεολογία, η πολιτική και η πολιτική οικονομία του σημερινού καπιταλισμού, του «παγκοσμιοποιημένου» ιμπεριαλισμού και της χρηματιστικής συσσώρευσης. Του καπιταλισμού της παρακμής και γι' αυτό του καπιταλισμού της βαρβαρότητας, που διεξάγει, με το αλάνθαστο ταξικό κριτήριο της δικής του επιβίωσης, ανηλεή πόλεμο χωρίς αιχμαλώτους ενάντια στις υποτελείς τάξεις, στις «υποτελείς» κοινωνίες, ενάντια στο ίδιο το μέλλον των ανθρώπων.

Κατά συνέπεια, αν για τους παραπάνω λόγους η «υποταγή» αποκλειστεί -και οφείλει ασφαλώς να αποκλειστεί, επί ποινή επώδυνης αυτοακύρωσης- τη «ρήξη», αυτό το αχαρτογράφητο πεδίο που έχουμε μπροστά μας, που όσο κι αν την αναβάλλουμε «αναμένοντας τάχα κάποιο θάμα», που δεν θα 'ρθει σύντροφοι, οφείλουμε να αρχίσουμε να την ιχνογραφούμε. Αποδραματοποιώντας επιτέλους και στους εαυτούς μας και στον κόσμο τις υπαρκτές και ανύπαρκτες απειλές, ψηλαφώντας τις υπαρκτές και ανύπαρκτες δυσκολίες. Και, υποστηρίζω, πως σ' αυτή την προσπάθεια, που επειγόντως πρέπει -έπρεπε ήδη- να ξεκινήσει θα διαπιστώσουμε πως ο κόσμος, ο κόσμος μας, ο κόσμος της εργασίας και των θυμάτων του μνημονίου, είναι πολύ πιο «υποψιασμένος» απ' όσο νομίζουμε.

από το «iskra.gr»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου