Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Η Γερμανική Ευρώπη και ο Ordoliberalismus

του Γρηγόρη Σουλτάνη

Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι η χώρα με το πιο διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα στην Ευρώπη, που έχει χαρακτηρισθεί ως άντρο της αδιαφάνειας και των καρτέλ, που έχει αναγάγει την διαφθορά ξένων αξιωματούχων σε τέχνη, έχει καταστεί ο κήρυκας της νεοφιλελεύθερης ηθικής και ο δεσμοφύλακας των απείθαρχων δημοσιονομικά χωρών της ευρωζώνης.

Σε πολλά δημοσιεύματα, η στάση της Γερμανίας- και ιδιαίτερα η οικονομική πολιτική των πλεονασμάτων, σε βάρος των εταίρων της, αλλά και της γερμανικής εργατικής τάξης-, γίνεται λόγος για ένα τέταρτο Ράιχ, που το διακρίνει η συνέχεια με το μακιαβελισμό του Βίσμαρκ και την επεκτατική πολιτική του Χίτλερ.

Ωστόσο, η γερμανική ιδεολογική, οικονομική και πολιτική κυριαρχία στην ΕΕ είναι αποτέλεσμα της «Συναίνεσης του Βερολίνου», με βάση την οποία, οι ευρωπαϊκοί εθνικοί καπιταλισμοί ευελπιστούν ότι η επέκταση του γερμανικού καπιταλιστικού...
μοντέλου (Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς)- με την υποτίμηση της εργασίας, την αντικατάσταση του κράτους πρόνοιας από ένα δίχτυ ασφαλείας και την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών-, θα επιτρέψει την επιστροφή της κερδοφορίας του κεφαλαίου και την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας στα πλαίσια του γεωοικονομικού ανταγωνισμού.    

Εν ολίγοις, η γερμανική δεξιά, δυνάμει του σχηματισμού μιας διακρατικής ευρωπαϊκής καπιταλιστικής τάξης, έχει αναδειχθεί σε ηγεμόνα της Ευρώπης, παράλληλα με το υπερεθνικό γραφειοκρατικό διευθυντήριο της ΕΕ. Και ενώ στις παλιές καλές εποχές της ΕΟΚ, το ευρωπαϊκό σύστημα ήταν δομημένο εθνοκρατοκεντρικά, με κέντρο το γαλλο-γερμανικό άξονα, τους ημιπεριφερειακούς δορυφόρους και τους περιφερειακούς παρίες, το νέο σύστημα έχει αποκτήσει αυτοκρατορική δομή-κατά την έκφραση του J.M Quatrepoint-, στα πρότυπα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: η διευθυντική ευρωπαϊκή «σύγκλητος» διορίζει τους ανθύπατους ή τους πραίτορες στις κατά τόπους επαρχίες της ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας.

Γερμανική Ηγεμονία και Ordoliberalismus

Αντίθετα από τη διαδεδομένη άποψη, η γερμανική ηγεμονία δεν οφείλεται τόσο στην οικονομική ισχύ-στη παραγωγικότητα και τις εξαγωγές- όσο σε ιδεολογικούς λόγους.

Η οικονομική ισχύς είναι αποτέλεσμα του κομβικού ρόλου που παίζει αυτή η χώρα στα πλαίσια της φιλελεύθερης ευρωατλαντικής τάξης πραγμάτων, στην οποία υπάγεται το ευρωσύστημα. Αυτό που την καθιστά ηγεμονική είναι το γεγονός ότι είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει ισχυρή δέσμευση στην τήρηση των φιλελεύθερων αξιών με βάση την ιδεολογική πλατφόρμα του γερμανικού νεοφιλελευθερισμού (ordoliberalismus) της σχολής του Freiburg, η οποία καθόρισε το γερμανικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα μεταπολεμικά.

Από το 1949 η κυβέρνηση Adenauer και αργότερα του L. Erhard, έθεσε σε εφαρμογή το οικονομικό μοντέλο της «Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς» (Soziale Marktwirtschaft) που επεξεργάστηκε ο Alfred Müller-Armack στη βάση των αρχών της σχολής του Freiburg. Η αντιπληθωριστική πολιτική με βάση το ισχυρό νόμισμα, η δημοσιονομική πειθαρχία, και η κρατική ρύθμιση του ανταγωνισμού συνιστούν τα χαρακτηριστικά του ορντοφιλελεύθερου μοντέλου. Ένα από τα σημαντικά στοιχεία του είναι η έννοια της «κοινωνικής οικονομίας», η οποία αναφέρεται στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής με βάση την οικονομία της αγοράς: στη διαμόρφωση ενός είδους «κοινότητας του λαού» (Volksgemeinschaft), η οποία λειτουργεί αταξικά και ως οργανική κοινότητα επιδιώκει την εθνική οικονομική μεγέθυνση.

Οι γερμανοί νεοφιλελεύθεροι αποδίδουν το γερμανικό θαύμα (Wirtschaftswunder) της δεκαετίας του ’50 στην επιτυχία του μοντέλου της Soziale Marktwirtschaft. Εντούτοις, έχει αποδειχθεί ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων, όπως της ροής κεφαλαίων από τις ΗΠΑ, της γαλλική συνεργασίας, της διαγραφής του χρέους, του φτηνού εργατικού δυναμικού από την Ανατολική Γερμανία και των εκατομμυρίων gastarbeiters. Τα ποσοτικά στοιχεία δείχνουν επίσης ότι η οικονομική μεγέθυνση υποχώρησε μετά την κατασκευή του τείχους του Βερολίνου, στα 1961, που ανέκοψε την εισροή φτηνού και εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού (H. J. Braun, «The German Economy in the Twentieth Century»).

Εντούτοις, ο κυριότερος λόγος της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης ήταν γεωπολιτικός. Ο G. Marshall, στο λόγο του για την κατάσταση στην Ευρώπη, έλεγε: «Η παλινόρθωση της Ευρώπης προϋποθέτει την παλινόρθωση της Γερμανίας…Με αυτό τον τρόπο, θα ελεγχθεί η σύγκρουση με τους Σοβιετικούς».

Στο κλίμα του ψυχρού πολέμου και της επιρροής που ασκούσαν οι σοσιαλιστικές ιδέες, ο ορντοφιλελευθερισμός διασφάλιζε για το ευρωπαϊκό πλαίσιο, αφενός τη σταθερότητα της καπιταλιστικής συσσώρευσης και αφετέρου την ανακοπή των εργατικών διεκδικήσεων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο περιεχόμενο των συνθηκών της ΕΟΚ, στις οποίες ο κύριος διαπραγματευτής από τη μεριά της Γερμανίας ήταν ο ίδιος ο Müller-Armack.

Παράλληλα, το φεντεραλιστικό ευρωπαϊκό κίνημα (Union of European Federalists, που χρηματοδοτούταν από την αμερικανική επιτροπή για την ενωμένη Ευρώπη (American Committee on United Europe)-εκτός από τα ιδρύματα Ford, Rockefeller και τη CIA, σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της αμερικάνικης κυβέρνησης-, σε αγαστή συνεργασία με τη Λέσχη Bilderberg, προώθησε ως μοντέλο για την ενωμένη Ευρώπη τις φεντεραλιστικές ιδέες του Hayek και το μονεταριστικό μοντέλο του ορντολιμπεραλισμού.

Η ΕΕ και το Διακρατικό δίκτυο

Τον Ιούνιο του 1995, ο Α. Παπανδρέου, κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Κάννες, είχε δηλώσει: «..Σας λέγω όμως ότι εδώ υπάρχει σαφές σχέδιο για τη μηδενοποίηση των Εθνικών Κυβερνήσεων, οι οποίες δεν θα μπορούν να παίξουν δημοκρατικά αποτελεσματικό ρόλο, αλλά θα υπόκεινται στις κατευθύνσεις που μας δίνει το διευθυντήριο...». Σε διάλογο που δημοσιοποίησε συνεργάτης του, φέρεται να δήλωσε ότι «Αλλάζουν όλα, τα οικονομικά κέντρα πήραν το πάνω χέρι, τελείωσαν με τον κομμουνισμό και τώρα τελειώνουν και με το σοσιαλισμό!», ενώ σε ερώτηση για το ρόλο των πολιτικών απάντησε «Ποιοι πολιτικοί; Αυτοί δεν θα υπάρχουν. Θα είναι κατασκευασμένοι»!

Την αμέσως επόμενη χρονιά, τον Φεβρουάριο του 1996,στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ο Hans Tietmeyer, ο επονομαζόμενος και «αρχιερέας του γερμανικού μάρκου», διευθυντής της Deutsche Bundesbank, δήλωσε απροκάλυπτα, σε μια κατάμεστη αίθουσα από πολιτικούς: «Από δω και πέρα, είστε υπό τον έλεγχο των χρηματιστηριακών αγορών».

Ο Tietmeyer δεν ήταν μόνο ο γερμανός κεντρικός τραπεζίτης· είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνθήκης του Μάαστριχτ και ιδιαίτερα στην ενσωμάτωση του «προγράμματος σύγκλισης». Ταυτόχρονα, ήταν υπέρμαχος της ορντολιμπεραλιστικής παράδοσης που διασώθηκε μέσω της Bundesbank και της σχολής του Freiburg, κατά τη περίοδο κυριαρχίας των κεϋνσιανών οικονομικών, ενώ το 2000 έγινε πρόεδρος της «Initiative Neue Soziale Marktwirtschaft» (INSM), μιας οργάνωσης που χρηματοδοτείται από επιχειρηματικά συμφέροντα και έχει ως σκοπό να λανσάρει τη «Νέα Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς», δηλαδή την απαλλαγή του κεφαλαίου από φορολόγηση, την ευέλικτη εργασία, τον περιορισμό του κράτους πρόνοιας, την απορύθμιση του ασφαλιστικού, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη.

Ο Tietmeyer διατύπωσε απερίφραστα όσα κατήγγειλε ο Παπανδρέου: η ΕΕ της μετα-Μάαστριχτ εποχής διαθέτει ένα διευθυντήριο που διευθύνεται από συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου και που απεργάζεται τη δημιουργία ενός καπιταλιστικού υπερκράτους.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, η αδυναμία ανάκαμψης του ποσοστού κέρδους είχε ως αποτέλεσμα την ένταση του οικονομικού πολέμου και την ανάπτυξη της οικονομικής αποικιοκρατίας μέσω των πολυεθνικών. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το χρηματιστικό κεφάλαιο έγινε κυρίαρχο, αφού εκ των πραγμάτων ήταν ο χρηματοδότης του νέου ιμπεριαλισμού. Η συγκέντρωση κεφαλαίου συντελέστηκε τόσο οριζόντια, με τη μορφή του δικτύου των πολυεθνικών, όσο και κάθετα, με την ανάπτυξη των «Business Cluster» που επιφέρουν μια γεωγραφική ενοποίηση εταιριών, ιδρυμάτων και κρατικών υπηρεσιών.

Η καπιταλιστική δικτύωση και επέκταση είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση οικονομικής ισχύος στα σημεία σύγκλισης των δικτύων και πολιτικής ισχύος στο διευθυντήριο του συνολικού συστήματος που εκπροσωπείται από την πυραμίδα της διακρατικής καπιταλιστικής ελίτ και δραστηριοποιείται σε υπερεθνικούς οργανισμούς και λέσχες.
Το δίκτυο αυτό καθορίζει ουσιαστικά το ευρωσύστημα, τόσο σε οικονομικό όσο και πολιτικό επίπεδο και ανάλογα με το ευρύτερο πλαίσιο καθορίζει τη πορεία προς την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».

Στο γενικότερο κλίμα της «συναίνεσης της Ουάσιγκτον», η «λευκή βίβλος» του Delors καθόρισε τη γενική στρατηγική του ευρωπαϊκού κεφαλαίου σε σχέση με την ανάκτηση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας: απελευθέρωση του εμπορίου και κίνησης των κεφαλαίων, εργασιακή κινητικότητα και ευελιξία, μείωση του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους. Η «λευκή βίβλος» ήταν καθοριστική για το πλαίσιο των συνθηκών του Μάαστριχτ, έως και τη στρατηγική «Ευρώπη 2020».

Όπως έχει δείξει η Corporate WatchFalse DIlemas») η «European Roundtable of Industrialists» (Ευρωπαϊκή τράπεζα των Βιομηχάνων), στα 1985, συνέστησε την «Association for the Monetary Union of Europe» (Ένωση για την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση) με τη συμμετοχή μεγάλων ευρωπαϊκών και αμερικανικών ομίλων (Bundesbank, Goldman Sachs, Morgan Stanley, κτλ.) που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία τις ΟΝΕ: η συνθήκη του Μάαστριχτ ήταν κατά παραγγελία των πολυεθνικών, η δε αρχιτεκτονική της ΟΝΕ καθορίστηκε από την Budenbank.

Το νέο Γερμανικό νέο Wirtschaftswunder

«To νομισματικό θεσμικό όργανο της ΕΕ (ΕΚΤ) είναι σταθερά προσηλωμένο στον κεντρικό δόγμα του ordoliberalismus» (M. Draghi, ομιλία στο Ισραηλινό Μουσείο της Ιερουσαλήμ).

Το νέο γερμανικό θαύμα αποδίδεται συνήθως στην αύξηση της παραγωγικότητας και των εξαγωγών, αλλά και στην επιστροφή του ορντολιμπεραλισμού.  

Καθοριστική στιγμή ήταν, η εφαρμογή της «agenda 2010», το πρόγραμμα απορρυθμίσεων που πρότεινε το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της Volkswagen, Peter Hartz και υιοθέτησαν οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες. Τα μέτρα που αποτελούσαν μια επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία και το κράτος πρόνοιας, θεωρήθηκαν ως η επιστροφή της «Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς» και ο λόγος επανάκτησης της ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας της γερμανικής οικονομίας.

Πέρα από το γεγονός ότι πίσω από την ευημερία των αριθμών κρύβονται τα κοινωνικά ερείπια (Klaus Dörre, «Το γερμανικό εργασιακό» θαύμα», είναι αμφίβολο αν οι νεοφιλελεύθερες απορρυθμίσεις συνεισέφεραν στο νέο γερμανικό θαύμα. Το πιο πιθανό είναι ότι λειτούργησαν συμβολικά παρά οικονομικά, καθότι θα αποτελούσαν πρότυπο για τις χώρες της ΕΕ.

Στα σημερινά δεδομένα η Γερμανία δεν αποτελεί μια κρατική οντότητα με τη συμβατική έννοια. Αντίθετα, είναι ένας βραχίονας που χρησιμοποιεί η υπερεθνική ελίτ για να επιβάλλει στην ΕΕ τα συμφέροντά της. Είναι ένα κράτος-δίκτυο και κόμβος των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου, αναγκαίο στη νέα φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων.

Η μελέτη του J. Harris. «Globalisation and Class Struggle in Germany», έχει δείξει ότι η Γερμανία διαθέτει το μεγαλύτερο βαθμό δικτύωσης, μεταξύ χρηματοπιστωτικού και παραγωγικού κεφαλαίου, που εκτείνεται σε παγκόσμιο επίπεδο.

Επιπλέον, ο Hans Herbert von Arnim, «Institutionalized Political Unaccountability and Political Corruption in Germany», στα συμπεράσματά του από την έρευνα για τη διαφθορά στη Γερμανία, έχει δείξει ότι «το γερμανικό πολιτικό σύστημα είναι ένα καρτέλ εξυπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων», «ένα σύστημα λαφυραγώγησης»·«η δημοκρατία αποτελεί μια ψευδαίσθηση, ενώ το μεγάλο κεφάλαιο καθορίζει το πολιτικό παιχνίδι», και οι υποθέσεις διαφθοράς έχουν αναδείξει τη Γερμανία ως τη χώρα διεθνών καρτέλ που χαίρουν πολιτικής κάλυψης.

Από τη δεκαετία του ΄70, η θεωρία που λάνσαρε η λέσχη της Ρώμης (The Limits to Growth), περί τριών κυρίαρχων οικονομικών συνασπισμών, με κέντρα τις ΗΠΑ, Γερμανία και Ιαπωνία, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της στρατηγικής των ευρωπαϊκών ελίτ: η Ευρώπη θα έπρεπε να συνταχθεί σε πολιτικό και οικονομικό συνασπισμό με μητροπολιτικό κέντρο μια ισχυρή Γερμανία τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά.  
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την επανένωση της Γερμανίας, το σχέδιο για την εγκαθίδρυση μιας ενιαίας φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων ξαναήρθε στην επιφάνεια, με αποτέλεσμα την αναβάθμιση του γεωοικονομικού ρόλου της Ευρώπης υπό γερμανική ηγεμονία.

Η συνθήκη του Μάαστριχτ και η ΟΝΕ ήταν αποτέλεσμα της στρατηγικής για την αναβάθμιση της ΕΕ στα πλαίσια της νέας τάξης: η στρατηγική αυτή απαιτούσε την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Γερμανίας, με την ενίσχυση της ζήτησης σε μια διευρυμένη αγορά, τη μείωση του κόστους παραγωγής λόγω της επέκτασης της αγοράς και τη μείωση του εργατικού κόστους λόγω της άνισης ανάπτυξης.

Η Γερμανία, με ένα ευρωπαϊκό νόμισμα στα πρότυπα του μάρκου, μια Κεντρική Τράπεζα στα πρότυπα της bundesbank, και με μια ΕΕ με επίσημη ιδεολογία τον οντολιμπεραλισμό, κυριολεκτικά απογειώθηκε καταστρέφοντας τις παραγωγικές δομές των οικονομιών του ευρωπαϊκού νότου.

Το ότι η γερμανική απογείωση ήταν αποτέλεσμα στρατηγικού σχεδίου γίνεται φανερό από το γεγονός ότι ταυτόχρονα με την εφαρμογή της «agenda 2010», η ΕΚΤ, από το 2003 έως το 2006, διατηρούσε τα επιτόκια στο 2%, προκαλώντας εύκολο δανεισμό για τις χώρες του νότου, δημιουργώντας φούσκες, και εκτόξευση του χρέους και των εισαγωγών, κυρίως από τη Γερμανία.

Το σκοτεινό τραπεζικό ίδρυμα της ΕΚΤ-που λειτουργεί με βάση τις αρχές του ordolibearalismus κατά M. Draghi- λειτούργησε ανάλογα κατά την κρίση του 2008, ανεβάζοντας τα επιτόκια και δυσχεραίνοντας την χρηματοδότηση των οικονομιών του νότου, βυθίζοντάς τον σε παρατεταμένη ύφεση.

Η εκ προμελέτης καταστροφή του νότου, ταυτόχρονα με την εκτίναξη της οικονομικής γερμανικής ισχύος, εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους.

Για τα ευρωπαϊκά δεδομένα δημιουργείται η αιχμαλωσία και η λεηλασία των χωρών του νότου από το συνασπισμένο ευρωπαϊκό κεφάλαιο, υπό την γερμανική ηγεμονία. Για το ευρύτερο πλαίσιο της φιλελεύθερης ευρω-ατλαντικής τάξης, η ενοποίοηση του ευρω-ατλαντικού χώρου εν όψει του εντεινόμενου παγκόσμιου ανταγωνισμού, προϋποθέτει μια ενοποιημένη οικονομικά και πολιτικά Ευρώπη με μια ισχυρή οικονομικά μητρόπολη. Αυτό σηματοδοτούν οι πυρετώδεις, εν κρυπτώ, διαβουλεύσεις ΗΠΑ και ΕΕ για την ολοκλήρωση της «Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων» (TTIP), ένα σχέδιο που είχε μπει στο τραπέζι εν όψει της ευρωπαϊκής ενοποίησης από τη δεκαετία του ΄90.

Σε κάθε περίπτωση, το νέο οικονομικό θαύμα του γερμανικού ορντολιμπεραλισμού, είναι το θαύμα του συνασπισμένου ευρω-ατλαντικού κεφαλαίου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου