Έχουν το δικαίωμα οι πολίτες να ασκούν βία εναντίον εκπροσώπων της πολιτικής αρχής;


Του Δημήτρη Καζάκη
Ο προπηλακισμός κι ο φερόμενος ξυλοδαρμός του δήμαρχου της Θεσσαλονίκης, κ. Μπουτάρη, από συγκεντρωμένους κατά τη διάρκεια δημόσιας εκδήλωσης των Ποντίων, θέτει για μια ακόμη φορά το θεμελιώδες ερώτημα: Έχουν δικαίωμα οι πολίτες να προπηλακίζουν, να ασκούν βία στους εκπροσώπους της πολιτικής αρχής;
Μπορεί στους ιδιοπαθείς οπαδούς της απολυταρχίας να φαντάζει αδιανόητο και μόνο να θέτει κανείς το ερώτημα, αλλά η αλήθεια είναι ότι αποτελεί ένα από τα πιο θεμελιώδη ζητήματα που ανέδειξαν το περιεχόμενο και την αξία της λαϊκής κυριαρχίας. Πώς απάντησε η ιστορία, η πολιτική και το δίκαιο στο ερώτημα αυτό;
Πολύ απλά. Οι νοσταλγοί και υπηρέτες της απολυταρχίας, αλλά και της δικτατορίας κάθε μορφής, κοινοβουλευτικής ή άλλης, η οποία θεμελιώνεται πάντα στην ιερότητα του προσώπου των κατόχων της εξουσίας, απαντά ανέκαθεν με ένα κατηγορηματικό ΌΧΙ. Η δημοκρατία όμως που θεμελιώνεται στην ιερότητα όχι των κατόχων της εξουσίας, αλλά του λαού και των πολιτών, απαντά ΝΑΙ! Ναι, υπό προϋποθέσεις.


Η βία που ασκήθηκε εναντίον του κ. Μπουτάρη από πολίτες δεν αφορούσε στο πρόσωπο του εν λόγω κυρίου, ούτε αφορούσε σε προσωπικές διαφορές. Η βία που ασκήθηκε εναντίον του, αφορούσε το βίο και την πολιτεία του ως δημάρχου της Θεσσαλονίκης. Κι ως τέτοιος, ο κ. Μπουτάρης, έκανε τα αδύνατα δυνατά να προσβάλει όχι μόνο το αίσθημα, αλλά και τη ζωή πολλών πολιτών της Θεσσαλονίκης.
Δεν μπορείς να είσαι ο δήμαρχος που ξεπουλά την πόλη του σε ιδιωτικά συμφέροντα και μάλιστα στο βωμό του Γερμανού γκαουλάιτερ Φούχτελ και του Ισραήλ. Δεν μπορείς να προσβάλεις επανειλημμένα την ιστορία της πόλης και ιδίως τον ελληνικό της χαρακτήρα, επαναφέροντας λογικές φυλετικού διχασμού που ίσχυαν επί Οθωμανικής Μακεδονίας ή ναζιστικής κατοχής και να περιμένεις ότι θα κυκλοφορείς χωρίς να κινδυνεύεις από προπηλακισμούς πολιτών.
Θερίζεις πάντα αυτά που σπέρνεις. Κι ο κ. Μπουτάρης θέρισε αυτά που σπέρνει ανελλιπώς κι αδιαλείπτως όλα αυτά τα χρόνια. Ακόμη κι αν ο τρόπος είναι παντελώς αθέμιτος. Όπως είναι ο ξυλοδαρμός.
Όταν σπέρνεις οργή, μίσος και μισανθρωπισμό στην κοινωνία, ένα είναι σίγουρο. Θα θερίσεις επίσης οργή, μίσος και μισανθρωπισμό. Ιδίως όταν ανήκεις και εκπροσωπείς ένα καθεστώς εξουσίας τόσο απάνθρωπο που δεν επιτρέπει, δεν δίνει στο ελάχιστο τη δυνατότητα στον απλό πολίτη να διαμαρτυρηθεί και να εισακουστεί. Κι όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος, λέει παραφρασμένη μια παλιά βυζαντινή παροιμία.
Αν και η αλήθεια είναι ότι «όν οὐ τύπτει λόγος οὐδὲ ῥάβδος», που σημαίνει ότι σε όποιον δεν πιάνει ο λόγος δεν πιάνει ούτε το ξύλο.
Στην δημοκρατία της Ρώμης οι αξιωματούχοι της πόλης ήταν υποχρεωμένοι να κυκλοφορούν στην αγορά με ενδύματα χωρίς εμφανείς ή κρυφές τσέπες και δίχως τη συνοδεία φρουρών ή μπράβων. Χωρίς τσέπες για να φαίνεται ότι κανείς δεν μπορεί να τους εξαγοράσει. Και χωρίς μπράβους ή φρουρούς γιατί ήταν ατιμωτικό να κυκλοφορεί κανείς με προστασία έναντι των πολιτών.
Επί αυτοκρατορίας όλα άλλαξαν. Οι αξιωματούχοι κυκλοφορούσαν μόνο και μόνο για να επιδεικνύουν την εξουσία τους πάνω στο πόπολο και πάντα με ένοπλη συνοδεία γιατί έτρεμαν την οργή των πληβείων της Ρώμης.
Οι πολιτικοί που κυκλοφορούν ανάμεσα στους πολίτες, περιτριγυρισμένοι από μυστικούς και ένστολους φρουρούς, απλά αποδεικνύουν πόσο τρέμουν την οργισμένη αντίδραση των θυμάτων τους. Στην Ελλάδα μέχρι και την εποχή της χούντας, ήταν αδιανόητο να κυκλοφορούν υπουργοί, βουλευτές, δήμαρχοι με αστυνομική προστασία. Και μιλάμε για μια εποχή όπου τα πολιτικά πάθη ήταν στο αποκορύφωμά τους.
Σήμερα νυν και πρώην υπουργοί, βουλευτές, δημαρχαίοι, ακόμη και κομματάρχες κυκλοφορούν με ισχυρή προστασία. Ο λαός πληρώνει να τους φυλάνε από τη δική του απόλυτα δίκαιη οργή.
Ας αφήσουμε λοιπόν τις υποκρισίες και τις ανοησίες. Το παραμύθι όλων εκείνων που «καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται,» είναι ίδιον μόνο των διεφθαρμένων υπηρετών κάθε λογής τυραννίας, ή όσων λατρεύουν την απόλυτη εξουσία πάνω στον πολίτη. Είναι το γνωστό παραμύθι που εξισώνει τη βία του θύτη με τη βία του θύματος, τη βία του επιτιθέμενου με τη βία του αμυνόμενου, τη βία της εξουσίας με τη βία του υπεξούσιου.
Δεν αφορά στη δημοκρατία, ούτε στο δημοκρατικό πολίτευμα. Η λογική του Βέμπερ ότι «το κράτος είναι η ανθρώπινη κοινότητα που διαθέτει το μονοπώλιο της νόμιμης σωματικής βίας μέσα σε ένα συγκεκριμένο έδαφος» ανήκει στην παράδοση της απολυταρχίας και του φασισμού. Δεν έχει καμιά σχέση με τη δημοκρατία.
Ο μόνος που έχει το απόλυτο δικαίωμα να ασκεί βία σε μια χώρα είναι ο οργανωμένος λαός. Είτε ως συγκροτημένο σώμα πολιτών από το οποίο πηγάζουν άμεσα και προς όφελος του οποίου ασκούνται συνταγματικά όλες οι εξουσίες του κράτους. Είτε ως μαζικό κίνημα υπεξούσιων που διεκδικούν τα δικαιώματά τους, την κυριαρχία τους.
Κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα στο όνομα του λαού να ασκεί βία και μάλιστα φυσική βία. Κανένα δικαστήριο. Καμιά αστυνομική αρχή. Καμιά εξουσία που δεν υπηρετεί άμεσα και πρακτικά την ευημερία του ίδιου του λαού.
Το κοινοβουλευτικό δημοκρατικό πολίτευμα γεννήθηκε από πράξεις εκδίκησης του λαού και των εκπροσώπων του εναντίον της μοναρχίας. Το σύγχρονο κοινοβούλιο γεννήθηκε με την προμετωπίδα του να διακηρύσσει το δικαίωμα των πολιτών στην αντίσταση. Την αντίσταση εναντίον κάθε απολυταρχικής και παράνομης εξουσίας, που ξέρει μόνο να καταπατά τις υποχρεώσεις της απέναντι στους πολίτες.
Ένας από τους εμπνευστές του Συντάγματος του 1864, ο Θεόδωρος Φλογαίτης έγραφε το 1879 ότι «αν κατά παντός επιτρέπηται η άμυνα ως μέσον υπερασπίσεως των δικαίων ημών, επιτρέπεται και κατ’ εξουσίας ανόμως επιτιθεμένης. Η εξουσία, ως αντιπροσωπική της κοινωνίας αρχή, αντλούσα την ύπαρξιν και την δύναμιν αυτής εκ μόνου του πολιτεύματος και των νόμων, είναι ώσπερ εικός σεβαστή, εν όσω εκπληροί τον εφ’ ω ετάχθη σκοπόν, εν όσω δηλονότι εν τω μέτρω της δυνάμεως αυτής προασπίζει τας ατομικάς του πολίτου ελευθερίας εμμένουσα εν τοις διαγραφόμενοις αυτή ορίοις υπό του πολιτεύματος και των νόμων. Αλλ’ άμα εξερχομένη των ορίων τούτων, άμα αντιστρατευομένη εις τας υπαγορεύσεις του πολιτεύματος και των νόμων, αποβάλλει και το εξ αυτών αντλούμενον δικαίωμα της υπάρξεως αυτής ως εξουσίας και την δύναμιν αυτής, παρίσταται δε εις τους οφθαλμούς του πολίτου ως επιδρομεύς ληιζόμενος τα νόμιμα αυτού δικαιώματα. Εκ τούτου η ελευθερία της αντιστάσεως, άμυνα δηλαδή κατά της παρανόμου επιθέσεως της αρχής.» (Θ. Φλογαίτου, Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνησι, 1879, σελ. 335.)
«Δια της ενασκήσεως της ελευθερίας της αντιστάσεως δεν επιζητείται η ανατροπή των καθεστώτων ή η πτώσις της παρανόμου εξουσίας», σημείωνε επίσης ο Φλογαίτης, «αλλ’ η αποτυχία της κατά τινός πολίτου ή ομάδος πολιτών δικαιώματος, ανήκοντος αυτοίς εκ του νόμου, επιθέσεως της εξουσίας, αθεσμίως ενεργούσης.» (σ. 337)
Επομένως ο προπηλακισμός του κ. Μπουτάρη εντάσσεται στο έννομο δικαίωμα αντίστασης ή άμυνας του πολίτη ή της ομάδας πολιτών, που αντέδρασαν στην «αθεσμίως ενεργούσα» εξουσία του δημάρχου να προσβάλει κατά σύστημα το εθνικό συναίσθημα των πολιτών. Δεν έχει καμιά σημασία η ιδεολογία των πολιτών. Αυτό που έχει σημασία είναι αν ήταν οργανωμένη και προμελετημένη ενέργεια. Και δεν ήταν.
Επομένως, το δικαστήριο οφείλει να δεχθεί ότι οι πολίτες αντέδρασαν εν νομίμω αμύνη γιατί στο πρόσωπο του κ. Μπουτάρη έβλεπαν μια «αθεσμίως ενεργούσα» εξουσία, η οποία ευθέως προσβάλει ένα από τα πιο θεμελιώδη δικαιώματά τους, το δικαίωμα στην εθνική τους ταυτότητα. Δεν μπορεί κανένας δήμαρχος, βουλευτής, υπουργός ή άλλος αξιωματούχος να ισχυριστεί ότι αδικείται από τους προπηλακισμούς, ακόμη και τους ξυλοδαρμούς των πολιτών, από την στιγμή που υπηρετεί ένα από τα άθλια, παράνομα, αντισυνταγματικά, διεφθαρμένα καθεστώτα κατοχής που έχει ζήσει η πατρίδα μας.
Δεν μπορεί κανένας να προσποιείται ότι όλα είναι φυσιολογικά σε μια χώρα που συντελείται μια πρωτοφανής στα ιστορικά χρονικά σκόπιμη και συνειδητή καταστροφή σε βάρος της πλειοψηφίας των πολιτών της. Δεν μπορεί κανείς εν μέσω μιας πρωτοφανούς γενοκτονίας ενός ολόκληρου λαού εν καιρώ ειρήνης να προφασίζεται ότι οι πολίτες αδίκως τον προπηλάκισαν. Δεν μπορεί κανείς από τους κατόχους εξουσίας να ποδοπατούν με τον χειρότερο τρόπο τα δικαιώματα, τη ζωή, τα ιερά και όσια των πολιτών και να ισχυρίζεται ότι οι πολίτες δεν έχουν δικαίωμα να αντισταθούν, να αμυνθούν. Ακόμη και με προπηλακισμό, με ξυλοδαρμό.
Το δικαίωμα στην άμυνα και την αντίσταση έναντι της «αθεσμίως ενεργούσας» εξουσίας είναι σύμφυτο με τα πιο θεμελιώδη πολιτικά και ατομικά δικαιώματα. Χωρίς αυτό ο πολίτης μετατρέπεται σε υπεξούσιο, σε υποτελή αυθαίρετων και άνομων εξουσιών.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε πολίτης ή μια μειοψηφία που θεωρεί ότι μιλά και ενεργεί εξ ονόματος του λαού να ασκεί φυσική βία. Ακόμη κι αν νιώθει ή όντως έχει χίλια δίκια.
Οι μειοψηφίες που αναλαμβάνουν να πάρουν εκδίκηση για το λαό, δεν είναι παρά το alter ego, το άλλο πρόσωπο της απολυταρχίας, της πιο απάνθρωπης εξουσίας. Διακατέχονται από τα ίδια εξουσιαστικά σύνδρομα, που λένε ότι καταπολεμούν. Διακατέχονται από την ίδια απαξίωση για την ανθρώπινη ζωή.
Γι’ αυτό και πάντα στην ιστορία από την εποχή των τυραννοκτόνων της αρχαιότητας έως τις μέρες μας λειτουργούν ως μηχανισμός εκτόνωσης και χειραγώγησης, ως βολικό άλλοθι για την αδράνεια και την πολιτική αδιαφορία των πολλών. Κι ας έχουν τις καλύτερες και τις αγνότερες των προθέσεων.
Ο Δημήτρης Καζάκης είναι Πρόεδρος του Ε.ΠΑ.Μ.
Έχουν το δικαίωμα οι πολίτες να ασκούν βία εναντίον εκπροσώπων της πολιτικής αρχής; Έχουν το δικαίωμα οι πολίτες να ασκούν βία εναντίον εκπροσώπων της πολιτικής αρχής; Reviewed by ΕΠΑΜ Ημαθίας on Τρίτη, Μαΐου 22, 2018 Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.