Κάτι αλλάζει στην Ευρώπη; H Ευρώπη παύει να είναι αυτό που
ήταν; Αλλάζει χαρακτήρα και ταυτότητα; Αν η απάντηση στα ερωτήματα είναι
θετική, πρόκειται για γεγονός κοσμογονικό, στην κυριολεξία. Πιθανολογούμε το
γεγονός, αλλά για τις κοσμογονικές μεταβολές στην Ιστορία οι σύγχρονοι των
μεταβολών έχουν μόνο ενδείξεις, οι αποδείξεις γίνονται προφανείς πάντοτε εκ των
υστέρων.
Ένδειξη ίσως καθοδηγητική: Ποιους συγγραφείς διάβαζε η Ευρώπη
αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ποια ονόματα κυριαρχούσαν στη βιβλιαγορά
και στις συζητήσεις των δεκαετιών του ’50 και του ’60, και τι διαβάζουν οι Ευρωπαίοι
σήμερα; Τότε έμοιαζε να συναντούν ευρύτατο ενδιαφέρον τα φιλοσοφικά βιβλία –
συζητιόταν ο Kαμύ, ο Σαρτρ, ο Mερλώ Ποντύ, ο Xάιντεγγερ, ο Γιάσπερς, ο
Xούσσερλ, ο Λεβινάς. Από κοντά έρχονταν οι ταινίες του Mπέργκμαν, του Φελίνι,
του Aντονιόνι, μαζί και το «θέατρο του παραλόγου»: Mπέκετ, Iονέσκο, Zαν Zενέ,
Aραμπάλ – η Eυρώπη αντιπάλευε υπαρξιακά ερωτήματα, ζήταγε να ψηλαφήσει «νόημα»
(αιτία και σκοπό) ή να βυθομετρήσει ρεαλιστικά το μη-νόημα, την αινιγματική
αλογία της ανθρώπινης ύπαρξης και της Ιστορίας.
Έβγαινε τότε η Ευρώπη (και μαζί της ο κόσμος) από μια κόλαση
παραλογισμού, ....
αλληλοσφαγής, εφιαλτικών ολοκληρωτισμών. Την ενδιέφερε και η χρεία: να ανοικοδομηθούν τα ερείπια, να ξαναλειτουργήσουν αγορές – σίγουρα. Αλλά πρώτο ζητούμενο, για μεγάλο ποσοστό φορέων της ευρωπαϊκής καλλιέργειας και ταυτότητας, ήταν η πάλη για «νόημα», η «γιγαντομαχία περί της ουσίας» που έλεγε ο Πλάτων και ξαναθύμισε ο Xάιντεγγερ.
αλληλοσφαγής, εφιαλτικών ολοκληρωτισμών. Την ενδιέφερε και η χρεία: να ανοικοδομηθούν τα ερείπια, να ξαναλειτουργήσουν αγορές – σίγουρα. Αλλά πρώτο ζητούμενο, για μεγάλο ποσοστό φορέων της ευρωπαϊκής καλλιέργειας και ταυτότητας, ήταν η πάλη για «νόημα», η «γιγαντομαχία περί της ουσίας» που έλεγε ο Πλάτων και ξαναθύμισε ο Xάιντεγγερ.
Φιλοσοφία, λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος τολμούσαν τη
συναρπαστική ανατομία της εμπειρίας του παραλόγου, την αναδρομή στις ρίζες της
απώλειας του «νοήματος». Όλοι και όλα επιβεβαίωναν την προφητική εξαγγελία του
Nίτσε, την καταγγελία της μεταφυσικής νοησιαρχίας: «O Θεός πέθανε και τον
σκοτώσαμε εμείς, εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του». O Θεός της
θρησκειοποιημένης Χριστιανοσύνης, προϊόν της συλλογιστικής αποδεικτικής, δεν
ήταν παρά ένα «νοητό είδωλο» ή ο αναγκαίος όρος - προϋπόθεση του χρησιμοθηρικού
ηθικισμού, όπως τον ήθελε ο Kαντ. Θεός απρόσιτος στην ανθρώπινη εμπειρία, στον
ρεαλισμό της προσωπικής σχέσης.
Με τον Yπαρξισμό και τη Φαινομενολογία το πρόβλημα του
«νοήματος» έφευγε από το πεδίο της ιδεολογίας – της αναμέτρησης «πεποιθήσεων»
θεϊστών και αθέων. Το ζητούμενο τώρα ήταν ο «τρόπος» να συνεχίσει ο άνθρωπος να
δημιουργεί Ιστορία αναλαμβάνοντας τις συνέπειες του παραλόγου της ύπαρξης, να
κατορθώσει αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια χωρίς προσφυγή στους απριορισμούς της
θρησκείας. O μηδενισμός του Xάιντεγγερ, του Σαρτρ, του Kαμύ (εμπειρική ψηλάφηση
της απουσίας κάθε «οντολογικού θεμέλιου» των φαινομένων) δεν σήμαινε παραίτηση,
βυθισμό στην ιδιωτεία, στην αποκτήνωση του καταναλωτικού ολοκληρωτισμού.
Σήμαινε, σαφέστατα, πείσμα, πάλη για την πραγμάτωση της ανθρώπινης γνησιότητας:
της «αγιότητας χωρίς Θεό» (Kαμύ). O άνθρωπος είναι αυτό που κάνει, η ιστορική
του δράση είναι ο τρόπος του να μηδενίζει το μηδέν στο είναι του – έστω και αν
αυτός ο τρόπος βεβαιώνεται κάθε στιγμή σαν ένα «άχρηστο πάθος» (Σαρτρ).
Από μια τέτοια γλώσσα ο σημερινός Ευρωπαίος μοιάζει να μην
καταλαβαίνει τίποτα, την προσπερνάει παντελώς αδιάφορος. Ακόμα και τα ονόματα
που αντιπάλεψαν το υπαρκτικό πρόβλημα προκαλώντας μια πρωτοφανή βιβλιογραφική
έκρηξη, οι νεώτερες γενιές των Ευρωπαίων μάλλον τα αγνοούν. H αλυσιδωτή διαδοχή
συνεχώς καινούργιων φιλοσοφικών προκλήσεων, που για αιώνες ξεσήκωναν το γενικό
ενδιαφέρον στην Ευρώπη, τέλειωσε, εδώ και περίπου σαράντα χρόνια: Τελευταίο
όνομα κάπως ευρύτερα γνωστό ήταν του «κοινωνιολογούντος» Xάμπερμας: περίπτωση
ιδιοφυούς (σε εντυπωσιασμό) παράκαμψης κάθε κυρίως φιλοσοφικού ερωτήματος.
Tι ενδιαφέρει κατά προτεραιότητα την Ευρώπη σήμερα, ποια τα
κυρίαρχα στη δημοσιότητα θέματα, τι συζητάνε όταν ανταμώνουν οι άνθρωποι, τι
διαβάζουν, τι πρωτεύει στη ζωή τους, τι κατά κύριο λόγο τούς απασχολεί; Μα,
ολοφάνερα και αυτονόητα: η λογική και οι πρακτικές μεγιστοποίησης της
καταναλωτικής ευχέρειας. H οργάνωση και λειτουργία της Οικονομίας, η
διαχειριστική αποτελεσματικότητα της Πολιτικής, ίσως και οι στοχεύσεις της
χρησιμοθηρικής τεχνολογίας. Τα χαμηλής κατά κεφαλήν καλλιέργειας στρώματα έχουν
περιορίσει τον σκοπό της ζωής, τη χαρά της ζωής, το «νόημα» της ύπαρξης σε μόνο
τον πρωτογονισμό της ενστικτώδους ανάγκης να κατέχουν, να κυριαρχούν, να
ιδιοποιούνται, να ναρκισσεύονται, να ηδονίζονται. Τα υψηλής κατά κεφαλήν
καλλιέργειας υπηρετούν τις ίδιες ενορμήσεις με μεγαλύτερη ευχέρεια
εκλεκτικότητας και φινέτσας.
Κάποτε η Ευρώπη ήταν συνώνυμη με τη γενικευμένη καλλιέργεια,
το πάθος για την έρευνα, για τη γνώση ως αυταξία. Ευρώπη ήταν τα πανεπιστήμιά
της – Οξφόρδη, Κέμπριτζ, Σορβόννη, Χαϊδελβέργη, Λουβαίν, Ουψάλα. Αυτά τα μυθικά
πανεπιστήμια σήμερα πιθηκίζουν το αμερικανικό μοντέλο ωμής εμπορευματοποίησης
της σπουδής και της έρευνας. Καταργούν αυτονόητα μια έδρα, λ.χ. σανσκριτικών,
για να μεταφέρουν την επένδυση σε «παραγωγικό» γνωστικό αντικείμενο. Όμως, Ευρώπη
ήταν αυτό: η δυνατότητα σπουδής των σανσκριτικών, της γνώσης για τη γνώση, όχι
της γνώσης που θα αποφέρει δολάρια.
Έχει μπει σε καινούργια ιστορική περίοδο η Ευρώπη, η
διαφοροποίησή της, ίσως αναπόφευκτη, σηματοδοτεί αλλαγή του «παραδείγματος»,
ανατρέπει την κάποτε καύχηση για τη διεθνή πρωτοπορία στον πολιτισμό της Νεωτερικότητας.
Σήμερα μιμείται η Ευρώπη τον ανθρωπολογικό πρωτογονισμό μιας νεόφυτης κοινωνίας
δίχως κληροδότημα Ιστορίας, κοινωνίας μεταναστών, που διαμόρφωσε το ήθος της
(τις αρχές συμβίωσης) στην αδυσώπητη μάχη επιβίωσης του ισχυροτέρου, με τους
νόμους του ανελέητου ανταγωνισμού, με αυτονόητη την «αρχή»: ο θάνατός σου ζωή
μου.
Κύριο γνώρισμα στην οργάνωση της καινούργιας Ευρώπης η
χρηματολαγνεία του τυχοδιώκτη (ή της απελπισμένης φτωχολογιάς) που κυνηγούσε
στην αμερικανική ήπειρο την «ευκαιρία». Ίδια λαγνεία με αυτή των βαρβαρικών
εισβολέων στην ευρωπαϊκή Δύση στις αρχές του Μεσαίωνα: Όλα να είναι «ιδιωτικά»,
να υπακούνε στη λογική της διαφοράς αφέντη - δούλου, τελείως αδιανόητη η έννοια
του «δημόσιου συμφέροντος», του κοινωνικού κράτους. Όλα να πουλιούνται και να
αγοράζονται: η γνώση και η καλλιέργεια, το νερό που μας ξεδιψάει και το φως που
μας φωτίζει, η εγχείρηση και το φάρμακο, η περίθαλψη και η νοσηλεία, το σχολικό
βιβλίο και ο παιδικός σταθμός, το μέσο μεταφοράς. Να αξιολογείται η Τέχνη από
τον εντυπωσιασμό που κατορθώνει, η πληροφόρηση να αγοράζεται από επαγγελματίες
της παραπλάνησης, την ψυχαγωγία να την εμπορεύεται ο υπόκοσμος της διαστροφής
και της χυδαιότητας.
Αυτά όλα είναι ο μηδενισμός που τον εξόρκιζε η μεταπολεμική
διανόηση της (τότε) Ευρώπης. Σήμερα ένσαρκος.
H απορία για την ευρωπαϊκή μειονεξία
Reviewed by Διαχειριστής
on
Δευτέρα, Αυγούστου 26, 2013
Rating:
Reviewed by Διαχειριστής
on
Δευτέρα, Αυγούστου 26, 2013
Rating:

Πάρε κι εσύ θέση δίπλα μας, η στήριξή σου είναι πολύτιμη!
Δεν υπάρχουν σχόλια: