Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Φούσκα η Βουλγαρία

του Λεωνίδα Βατικιώτη

Αναντίστοιχη της πραγματικότητας χαρακτηρί-ζεται η ογκούμενη φιλολογία για τη μεγάλη φορολογική φυγή των ελληνικών επιχειρήσεων προς τη Βουλγαρία. Τραπεζίτες, άνθρωποι με γνώση της αγοράς και στελέχη του κρατικού μηχανισμού θεωρούν φούσκα τη σχετική συζήτηση, συγκλίνοντας ότι πολύ περισσότερο αντικατοπτρίζει την επιθυμία μικρών και μεγάλων επιχειρηματιών να δραπετεύσουν από το φορολογικό Νταχάου της Ελλάδας, παρά την πραγματικότητα.

Την όρεξη για μια νέα, φορολογική αυτή τη φορά, εποποιία των Ελλήνων επιχειρηματιών προς τη Βουλγαρία άνοιξαν τα Μνημόνια μέσω της σοβαρής αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης των νομικών προσώπων. Η σταγόνα δε, που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η αύξηση της φορολογίας των κερδών των νομικών προσώπων από το 26% στο 29%, όπως συμφωνήθηκε στο Μνημόνιο Τσίπρα το καλοκαίρι του 2015 και η πρόσφατη συμφωνία για αύξηση της φορολογίας επί των μερισμάτων από 10% στο 15%. Σε αυτά δε προστίθεται κι η προκαταβολή φόρου που φθάνει το 100% που όσο κι αν ανακυκλώνεται από χρόνο σε χρόνο δεν παύει να βαραίνει τις νέες επιχειρήσεις, παρότι αντιπροσωπεύει μικρότερο ποσοστό από το 100%, και να δεσμεύει πολύτιμα κεφάλαια.

Εν τούτοις, η αναζήτηση έδρας σε μια χώρα που διαφημίζεται ως φορολογικός παράδεισος....
όπως η Βουλγαρία και διεκδικεί το δικό της μερίδιο στο πλαίσιο του διεθνούς μειοδοτικού διαγωνισμού προβάλλοντας το συντελεστή φορολόγησης ύψους 10%, τη φορολογία μερίσματος ύψους 5% και την ανυπαρξία τεκμηρίων διαβίωσης, που όλα αυτά μαζί διαμορφώνουν στην καλύτερη περίπτωση ένα φορολογικό κόστος σχεδόν στο ένα τρίτο του ελληνικού, αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Μια δυνατότητα που δεν προσφέρεται στους πολλούς, καθώς ακόμη και τώρα (μετά την κατάργηση με το Μνημόνιο Τσίπρα του νόμου που περιόριζε ασφυκτικά δια της φορολογίας τις τριγωνικές συναλλαγές ο οποίος είχε ψηφιστεί τον Μάρτιο του 2015) υπάρχει στην Ελλάδα ένα σχετικά αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο (Ν. 4172/2013) που δεν επιτρέπει στον κάθε έναν να ανοίξει μια εταιρεία με έδρα τη Σόφια ή οποιαδήποτε άλλη πόλη της Βουλγαρίας κι από την οποία να εκδίδει τιμολόγια. Κι έτσι να εμπίπτει στο ευνοϊκό καθεστώς επιπέδου φορολογικού παραδείσου της γειτονικής χώρας. Οι όροι είναι σχεδόν απαγορευτικοί για εταιρείες παροχής υπηρεσιών, που θα συνεχίσουν να παρέχουν το μεγαλύτερο μέρος των υπηρεσιών τους στην Ελλάδα και θα πρέπει να αποδείξουν σε έναν φορολογικό έλεγχο τι εξυπηρετεί η έδρα τους στο Σαντάνσκι ή το Πλόβντιβ, ενώ τα πράγματα είναι πιο εύκολα για εμπορικές, μεταφορικές ή μεταποιητικές υπηρεσίες υπό τον όρο να μεταφέρουν μέρος τουλάχιστον των εργασιών τους στη Βουλγαρία. Πρακτική που επισείει νέα κόστη. Δηλωτικό στοιχείο, επίσης, της χαμηλής ποιότητας υπηρεσιών φορολογικού παραδείσου που προσφέρει η γειτονική χώρα είναι ότι ο μεγαλύτερος αριθμός ελληνικών εταιρειών που έχει ανοίξει εκεί για να ευνοείται από τη φορολογία έχει ως αντικείμενό του την κατοχή πολυτελών αυτοκινήτων και ακίνητης περιουσίας και στόχο να γλιτώνει τα τέλη υψηλά τέλη κυκλοφορίας πολυτελών αυτοκινήτων και τον ΕΝΦΙΑ. Εκτιμήσεις ανθρώπων της αγοράς ανεβάζουν τον αριθμό αυτών των βουλγαρικών επιχειρήσεων ελληνικών συμφερόντων που άνοιξαν τα χρόνια του Μνημονίου σε 10.000, μοιρασμένες μεταξύ κατοχής αυτοκινήτων και πολυτελών κατοικιών.

Με τον Προβόπουλο επικεφαλής

Η Βουλγαρία, για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του ’90 όταν μικρές και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις τη μετέτρεψαν σε οικονομική ενδοχώρα, εποίκισε το φαντασιακό της αστικής τάξης, αυτή τη φορά όμως σαν έξοδος κινδύνου κι όχι σαν κερκόπορτα που θα οδηγήσει στην άλωση των Βαλκανίων, στις 28 Ιουνίου 2015, όταν επιβλήθηκαν οι κεφαλαιακοί έλεγχοι (capital controls). Η Βουλγαρία πίστεψαν πολλοί ότι θα επέτρεπε να λυθούν πολλά άμεσα και καθημερινά προβλήματα που δημιουργούσαν τα αυστηρά όρια στις κινήσεις των λογαριασμών καθώς μεταφορές μεγάλων ποσών για να πληρωθούν εισαγωγείς πρώτων υλών που δεν μπορούσαν να διεκπεραιωθούν από την Ελλάδα θα ήταν εύκολο να γίνουν από τα υποκαταστήματα των ελληνικών τραπεζών στη Βουλγαρία. Κι αυτή η εναλλακτική γρήγορα αποδείχθηκε ότι για μια μεγάλη κατηγορία ελληνικών επιχειρήσεων συναντούσε εμπόδια καθώς το άνοιγμα νέων τραπεζικών λογαριασμών απαγορεύεται ακόμη και τώρα, που σε μεγάλο βαθμό οι έλεγχοι έχουν χαλαρώσει. Ορισμένες επιχειρήσεις ωστόσο αξιοποίησαν τη δυνατότητα που παρέχει η ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην οποία εντάσσεται κι η Βουλγαρία ως μέλος της ΕΕ. Εκτιμάται ότι πάνω από 6.000 λογαριασμοί άνοιξαν στη Βουλγαρία μετά την επιβολή των capital controls, ενίοτε και κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων.

Στην αγορά δεν λείπουν όσοι αποδίδουν το διορισμό του Γ. Προβόπουλου στη θέση του προέδρου του ΔΣ της Γιούρομπανκ Βουλγαρίας στις 15 Οκτωβρίου 2015 στην μετακίνηση του κέντρου βάρους των ελληνικών επιχειρήσεων προς το βορά το καλοκαίρι του 2015. Ο νεοδημοκράτης, πρώην πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας που στο παρελθόν είχε περάσει και από την Άλφα Μπανκ και από την Εμπορική Τράπεζα, κατά το προσφιλές σπορ των ελλήνων τραπεζιτών που θέλει το βιογραφικό τους να κοσμείται απ’ όλες τις ελληνικές τράπεζες δίνοντας στην έννοια του ανταγωνισμού μια εντελώς νέα διάσταση, θεωρούταν το πιο κατάλληλο πρόσωπο λόγω της εμπειρίας και των γνωριμιών του για να ρυθμίσει την …αυξημένη κυκλοφορία στην χώρα του Ζίβκοφ.

Δεν ήταν όμως και λίγα τα ιοβόλα βέλη που συνόδευσαν τη μετεγκατάσταση του Προβόπουλου στη Σόφια, με την οποία επιχειρήθηκε να ιδρυθεί ένας δρόμος υψηλής κυκλοφορίας για το έξυπνο χρήμα, χωρίς ποτέ ωστόσο να τελεσφορήσουν αυτά τα σχέδια. «Η μετακίνηση του Προβόπουλου στη Βουλγαρία δείχνει και το χαμηλό επίπεδο των τραπεζικών στελεχών», μας λέει ελαφρώς οργισμένος συνταξιούχος τραπεζικός που έχει εργαστεί για δεκαετίες σε θέση ευθύνης μεγάλης ελληνικής τράπεζας. «Ένα πράγμα σου λέω μόνο: Μπορείς να φανταστείς τον προηγούμενο πρόεδρο της “Μπούμπα” (σ.σ. όπως συχνά χαρακτηρίζεται η γερμανική κεντρική τράπεζα, Μπούντεσμπανκ) τον Άλεξ Βέμπερ ή και τον τωρινό τον Βάιντμαν να αναλαμβάνει διοικητής στη Σλοβακία μιας μικρής γερμανικής τράπεζας, προς διευκόλυνση των γερμανικών επιχειρήσεων; Ποτέ δε θα το έκαναν, σε πληροφορώ, όσο χρήματα κι αν τους έδιναν», ήταν τα λόγια του…

Το γεγονός ότι η Βουλγαρία απέτυχε να λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας δεν μειώνει τις ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και της κάθε τσόντας τους: ΛΑΟΣ, ΔΗΜΑΡ, ΑΝΕΛ) για το κλίμα ασφυξίας που έχουν δημιουργήσει στην οικονομία. Αποτυπώνεται στην καθαρή μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων μεταξύ 2008 και 2015 κατά 244.712 (από 858.685 σε 613.973) που στη βάση του έχει την καθήλωση της καταναλωτικής ζήτησης και την εκτίναξη του φορολογικού και ενεργειακού κόστους.

Λίγοι και καλοί φορολογικοί παράδεισοι

Το σχετικά αυστηρό και συνεχώς εξελισσόμενο νομοθετικό πλαίσιο για τον έλεγχο των φορολογικών παραδείσων που υπάρχει σε κάθε χώρα μέλος της ΕΕ (δεδομένου ότι η άμεση φορολογία, αντίθετα με την έμμεση, παραμένει υπόθεση των κρατών μελών με τον συντονισμό να εξαντλείται στην μέριμνα για αποφυγή της διπλής φορολογίας και της φοροαποφυγής) δεν τους απαγορεύει. Μάρτυρας η στοργή με την οποία το Βερολίνο εξακολουθεί να περιβάλλει ακόμη και τώρα το Λουξεμβούργο, μετά δηλαδή την αποκάλυψη των Lux Leaks (βλέπε εδώ σχετικό άρθρο), που αποτελεί το λίκνο της πιο τεχνικά εξελιγμένης φοροδιαφυγής, παγκοσμίων διαστάσεων. Αυτό που καταφέρνει η ΕΕ είναι να μετατρέπει την αξιοποίηση των φορολογικών παραδείσων σε σπορ για λίγες κι εκλεκτές επιχειρήσεις, για την αφρόκρεμα των πολυεθνικών, που απολαμβάνουν τα αγαθά της παγκοσμιοποίησης και της ελεύθερης κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Επιτρέποντας δε στο εσωτερικό της σε χώρες όπως η Βουλγαρία και η Ιρλανδία να συνεχίζουν να διατηρούν συντελεστές εταιρικής φορολογίας στο επίπεδο του 10% και 12,5% εντείνει τον ανταγωνισμό των φορολογικών συντελεστών σε ακόμη πιο χαμηλά επίπεδα, καθώς κι εδώ παρατηρείται ό,τι συμβαίνει και στο επίπεδο των εργατικών αμοιβών: η σύγκλιση με ένα …μαγικό τρόπο επιτυγχάνεται προς όφελος του κεφαλαίου και σε βάρος των εργαζομένων και των δημόσιων οικονομικών!

Η μεροληψία με την οποία άλλωστε αντιμετωπίζουν οι Βρυξέλλες την εταιρική φορολογία φαίνεται ανάγλυφα στη φθίνουσα πορεία που καταγράφουν οι φόροι που πληρώνουν διαχρονικά οι επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την έκδοση της Γιούροστατ, Taxation trends in the European Union, 2015 edition (εδώ η πλήρης έκθεση) μεταξύ εταιρικών φόρων και φόρων εισοδήματος παρατηρείται μια διελκυστίνδα με τους πρώτους να μειώνονται σταθερά στις χώρες της ευρωζώνης (από 3,1% του ΑΕΠ το 2006 σε 2,5% το 2013) προς όφελος των επιχειρηματικών κερδών και τους δεύτερους να αυξάνονται (από 8,4% σε 9,3% την ίδια περίοδο) σε βάρος του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. Στην πραγματικότητα η ΕΕ φέρεται αποφασισμένη να πατάξει τη φοροδιαφυγή των επιχειρήσεων αφού πρώτα μετέτρεψε το εσωτερικό της σε ένα μίνι και θεσμοθετημένο φορολογικό παράδεισο. Αρκεί μια ματιά στη μείωση των συντελεστών φορολόγησης του κεφαλαίου στο πέρασμα του χρόνου. Με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ, μεταξύ 1981 και 2013 οι συντελεστές φορολόγησης των εταιρειών μειώθηκαν στην Ολλανδία από 48% σε 25%, στη Γαλλία από 50% σε 34,4%, στην Αγγλία από 52% σε 23% και στη Γερμανία από 60% σε 30,2%! Στο σύνολο των 34 χωρών του ΟΟΣΑ μειώθηκαν κατά μέσο όρο από 47,5% σε 25,5%! Η μείωση της φορολογίας του κεφαλαίου, που πήρε διαστάσεις επιδημίας μετά την κρίση του 1973, αποτελεί και μια από τις σημαντικότερες αιτίες της δημοσιονομικής κρίσης.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο μηνιαίο περιοδικό Unfollow, τεύχος Μαΐου 2016.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου