Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Η Ευρώπη του ολοκληρωτισμού και της παντοτινής απολυταρχίας -Μέρος 2ο

του Όθωνα Κουμαρέλλα

(συνέχεια από το 1ο μέρος)

9. Οι «ενδιάμεσες» συμφωνίες

Το 1997 υπογράφεται η Συνθήκη του Άμστερνταμ. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ επέτρεψε την αύξηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης με τη δημιουργία κοινοτικής πολιτικής για την απασχόληση, με τη κοινοτικοποίηση ορισμένων θεμάτων που ανήκαν προηγουμένως στην διακυβερνητική συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, με την εισαγωγή μέτρων που υποτίθεται ότι στοχεύουν στο να φέρουν πιο κοντά την Ένωση στους πολίτες της και με την δυνατότητα στενότερης συνεργασίας μεταξύ ορισμένων κρατών μελών (ενισχυμένη συνεργασία). Επέκτεινε, επίσης, τη διαδικασία συναπόφασης καθώς και την ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία και προέβη σε απλοποίηση και νέα αρίθμηση των άρθρων των συνθηκών. Επίσης, σε ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου «γεννιέται» το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης (ΣΣΑ), που «ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ακολουθούν υγιείς πολιτικές προϋπολογισμού από τη στιγμή της ένταξής τους στην τρίτη φάση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ)».

Τον επόμενο χρόνο τίθενται σε ισχύ οι προληπτικοί κανόνες του ΣΣΑ.

Ακολουθεί το 2001 η Συνθήκη της Νίκαιας. Η Συνθήκη αυτή αφορά κυρίως τα «υπόλοιπα» του Άμστερνταμ, δηλ. θεσμικά προβλήματα που αφορούν την διεύρυνση και τα οποία είχαν εν μέρει διευθετηθεί το 1997. Πρόκειται για τη σύνθεση της Επιτροπής, τη στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο και τη δυνατότητα επέκτασης των περιπτώσεων όπου το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Απλοποιεί τους κανόνες για την προσφυγή στην διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας και καθιστά το δικαιοδοτικό σύστημα πιο αποτελεσματικό.

10. Το ευρώ ως κοινό νόμισμα

Την 1η Ιανουαρίου 1999 το ευρώ υιοθετείται από έντεκα χώρες (στις οποίες, το 2001, θα προστεθεί και η Ελλάδα). Αρχικά χρησιμοποιείται μόνο για εμπορικές και χρηματοπιστωτικές ....
συναλλαγές. Τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα έρχονται αργότερα και κυκλοφορούν για πρώτη φορά στις ενταγμένες στη ζώνη του ευρώ χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα την 1η Ιανουαρίου του 2002. Οι χώρες της ζώνης του ευρώ σήμερα είναι: Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Εσθονία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Κύπρος, Λετονία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Πορτογαλία Σλοβενία, Σλοβακία, Φινλανδία. Η Δανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Σουηδία αποφάσισαν να μείνουν εκτός ευρωζώνης. Επίσης, εκτός ζώνης του ευρώ σήμερα παραμένουν οι: Βουλγαρία, Κροατία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Τσεχία.

Στο βιβλίο του αρθρογράφου με τίτλο «Ευρώ ή Εθνικό Νόμισμα» που εκδόθηκε το Μάιο του 2013 αναφέρονταν για το ευρώ:

«Το ευρώ είναι ένα νόμισμα υπερεθνικό, κοινό, αφορά στο σύνολο των χωρών που έχουν συμφωνήσει την ένταξή τους στην αντίστοιχη νομισματική ένωση (εν προκειμένω στην ευρωζώνη), το εκδίδει και το ελέγχει αποκλειστικά ένας υπερεθνικός ιδιωτικός οργανισμός, που βρίσκεται πολύ μακριά από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων σε εθνικό επίπεδο.

Δεν είναι κρατικό νόμισμα, αφού δεν αναφέρεται, ούτε θα μπορούσε άλλωστε, σε κάποια ενιαία και αδιαίρετη κρατική οντότητα, η οποία αντιστοιχεί σε ένα Έθνος, αλλά σε διαφορετικές χώρες και διαφορετικά Έθνη που συμφώνησαν στη δημιουργία του με βάση απόλυτα συγκεκριμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς (Συνθήκη του Μάαστριχτ). Έτσι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει κοινό νόμισμα, ήταν αυτός της δημιουργίας ιδιωτικού υπερεθνικού οργανισμού που το εκδίδει, το διαχειρίζεται και το ελέγχει, ενώ οι κεντρικές τράπεζες των εθνικών κρατών τέθηκαν κάτω από τον άμεσο έλεγχο του οργανισμού αυτού.

Ο υπερεθνικός αυτός οργανισμός είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με έδρα τη Φρανκφούρτη στη Γερμανία. Είναι, όπως ελέχθη, ανεξάρτητος ιδιωτικός οργανισμός.

Το ευρώ, επειδή δεν ήταν δυνατό να αντιστοιχεί στη πραγματική οικονομία των επί μέρους κρατών και παρά τις προσπάθειες για, ονομαστική και μόνο, σύγκλιση των τελευταίων με βάση τα κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ (πληθωρισμός, δημοσιονομικό έλλειμμα, χρέος κτλ), αντιστοιχήθηκε, στην πράξη, με τις ανάγκες έκφρασης των μεγάλων διεθνών κεφαλαιαγορών και των εκεί διαμορφούμενων συσχετισμών υπέρ του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των πλέον ισχυρών κρατών που μπορούν ακόμη να συναλλάσσονται και να διαπραγματεύονται μεταξύ τους. Αποτελεί έτσι δυναμίτη στα θεμέλια της πραγματικής οικονομίας των επί μέρους χωρών που εντάσσονται στην ευρωζώνη και μάλιστα των πιο μικρών και ασθενικών απ’ αυτές.

Στην πράξη, η δημιουργία του ευρώ και της ΕΚΤ, σήμανε την άμεση διασύνδεση της ευρωπαϊκής προοπτικής με τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και την υποταγή της στο διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, ανεξάρτητα αν αυτό πραγματοποιήθηκε στο όνομα της λεγόμενης Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσω της πολιτικής και της κοινωνικής σύγκλισης των επί μέρους εθνικών κρατών, που έμεινε όμως απλή διακήρυξη -προκάλυμμα του πραγματικού σκοπού.

Οι ισχυρές χώρες της ευρωζώνης, όπως η Γερμανία, ή ακόμα και η Γαλλία, ως εμπνευστές και συνδημιουργοί της ΕΚΤ μπορούν να παρεμβαίνουν και να συνδιαμορφώνουν, ως ένα βαθμό τουλάχιστον -αφού τις συνθήκες τις έχουν υπογράψει όλες οι χώρες της ευρωζώνης, άρα τα πάντα εξαρτώνται από τους κάθε φορά διαμορφούμενους συσχετισμούς- μαζί με τους ιδιώτες τραπεζίτες, τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Χώρες μικρές και συγκριτικά αδύναμες όμως, όπως η Ελλάδα, που ο ρόλος τους πάντα ήταν και παραμένει αυτός του παρατηρητή και δέκτη των αποφάσεων των «μεγάλων», με μικρή, έως καθόλου, επιρροή στη διαμόρφωση κατάλληλων συσχετισμών, δεν διαθέτουν καμία τέτοια δυνατότητα και επαφίενται στην καλή βούληση των ισχυρών και των περίφημων αγορών. Αυτήν την «καλή» βούληση βιώνουμε τα τελευταία χρόνια με τις μνημονιακές πολιτικές.

Το ευρώ ως ιδιωτικό και υπερεθνικό νόμισμα στερεί, έτσι, από τις επί μέρους χώρες, και κυρίως τις πιο μικρές και αδύναμες, τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής και κατ’ ακολουθία όλων των πολιτικών που εξαρτώνται, όπως τη δημοσιονομική πολιτική, την πολιτική που αφορά στις επενδύσεις κτλ. Με αυτόν τον τρόπο τα κράτη όπως η Ελλάδα, αποστερούνται ενός μεγάλου μέρους της εθνικής τους κυριαρχίας, αφού έχουν παραχωρήσει, έστω οικειοθελώς, την κατοχή και τον έλεγχο βασικών εργαλείων άσκησης πολιτικής.

Τα εργαλεία αυτά μπορούν να μετατραπούν, οποιαδήποτε στιγμή, σε ισχυρά όπλα άσκησης πιέσεων ακόμα και εκβιασμών σε βάρος της χώρας χωρίς δικό της νόμισμα, για να εφαρμοστούν πολιτικές σε βάρος των συμφερόντων της και του ίδιου του λαού της. Το ευρώ λοιπόν, όπως και άλλα παρόμοια νομίσματα, αποτελεί, δυνητικά, εργαλείο επιβουλής και επιβολής από την πλευρά εκείνων που μπορούν να το ελέγχουν και προς δικό τους αποκλειστικά όφελος…..»

«Το ευρώ επίσης, είναι νόμισμα σταθερής κυκλοφορίας. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ είναι υποχρεωμένη, να συντηρεί την κυκλοφορία μιας προαποφασισμένης ποσότητας χαρτονομισμάτων και να αντικαθιστά μόνο τα φθαρμένα, ή τα νομίσματα που αποσύρονται για οποιονδήποτε λόγο. Στη πράξη βέβαια, η σταθερότητα της κυκλοφορίας του ευρώ έχει έμμεσα επανειλημμένως παραβιαστεί, αλλά τα επί πλέον χρήματα δεν κατευθύνθηκαν ποτέ στη χρηματοδότηση των επί μέρους οικονομιών των κρατών μελών της ευρωζώνης, αλλά κατευθύνθηκαν στην εξυπηρέτηση αναγκών των ευρωπαϊκών ιδιωτικών τραπεζών και των συναλλαγών τους, μέσω των μεγάλων χρηματαγορών, και για την επίτευξη των κατάλληλων ισορροπιών.

Δεν επιτρέπεται στα κράτη να ζητούν και να παραλαμβάνουν χρήματα περισσότερα από όσα έχουν προκαθοριστεί για κάθε χώρα ξεχωριστά. Εάν οι ανάγκες της οικονομίας μιας χώρας, όπως η Ελλάδα, υπερβαίνουν τα προκαθορισμένα ποσά για την τακτική χρηματοδότηση της οικονομίας, τα οποία και αυτά ακόμα χορηγούνται από την ΕΚΤ υπό τη μορφή δανεισμού, τότε το κράτος μέλος οφείλει να προστρέξει σε δανεισμό από τις διεθνείς αγορές, επιβαρύνοντας έτσι το δημόσιο χρέος. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν δίδει χρήματα στα κράτη, ούτε μπορεί να τα δανείζει έστω, απ’ ευθείας. Είναι έτσι «κατασκευασμένη», ώστε να δανείζει με πολύ χαμηλό επιτόκιο τις μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες, οι οποίες με τη σειρά τους δανείζουν με πολύ υψηλότερο επιτόκιο τα κράτη. Αυτές οι ιδιωτικές μεγάλες τράπεζες με τα παρελκόμενα μεγάλα χρηματιστηριακά funds αποτελούν τις περίφημες αγορές, οι οποίες ελλείψει Εθνικών Κρατικών Νομισμάτων στις χώρες της ευρωζώνης, λειτουργούν ως μεσάζοντες, κερδοσκοπώντας ασύστολα σε βάρος των Εθνικών κρατών, έχοντας έτσι εκτινάξει στα ύψη το δημόσιο χρέος των περισσοτέρων απ’ αυτά.

Το ευρώ, ως ιδιωτικό νόμισμα εξυπηρέτησης, επί της ουσίας, των μεγάλων τραπεζών δεν αντανακλά σε πραγματικές αξίες των περιουσιακών στοιχείων, του δυναμισμού της οικονομίας μιας χώρας, της παραγωγικότητας της εργασίας κτλ. Δεν είναι λοιπόν ως νόμισμα αξιόγραφο. Αντίθετα, ο τρόπος έκδοσής του και η κυκλοφορία του, όπου τα κράτη είναι αναγκασμένα να απευθύνονται στις μεγάλες τράπεζες για να το δανείζονται, εκτινάσσοντας έτσι το δημόσιο χρέος τους, το καθιστούν απόλυτο εργαλείο δημιουργίας χρέους. Δηλαδή το ευρώ αντανακλά μόνο σε χρέος. Είναι χρεόγραφο, σε αντίθεση με ένα Εθνικό Κρατικό νόμισμα που ανταποκρίνεται σε χειροπιαστές αξίες και είναι αξιόγραφο. Κοντολογίς, το ευρώ ως υπερεθνικό, και μάλιστα ιδιωτικό νόμισμα ελεγχόμενο πλήρως από τις μεγάλες κεφαλαιαγορές, αντικατοπτρίζει ως αξία αποκλειστικά και μόνο τους συσχετισμούς, που αναπτύσσονται μεταξύ των μεγάλων αγορών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, πολύ μακριά από τις ανάγκες χρηματοδότησης της οικονομίας μιας χώρας….».

Και στη συνέχεια:
«…Το ευρώ λοιπόν, δεν είναι ένα νόμισμα, όπως π.χ. η παλιά δραχμή, ή ακόμα και άλλα εθνικά νομίσματα, που αντί να καλύπτει τις ανάγκες χρηματοδότησης ενός μόνο κράτους, καλύπτει, απλά και με τον ίδιο τρόπο, τις αντίστοιχες ανάγκες περισσοτέρων κρατών, σαν όλα αυτά τα κράτη να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, μολονότι έτσι το αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι, κάνοντας μέγα λάθος. Και δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι έτσι, αφού τα «συνεργαζόμενα» κράτη εντός του περιβάλλοντος του ευρώ είναι εντελώς ανόμοια, τόσο σε μέγεθος, όσο και σε διάρθρωση. Έχουν εντελώς διαφορετικά μεγέθη, επίπεδα οικονομικής επιφάνειας και αναγκών, με διαφορετική κοινωνική και πολιτική οργάνωση, τεχνολογική ανάπτυξη, καθώς και οικονομικές δομές.

Τα επί μέρους κράτη βρέθηκαν, με τον τρόπο αυτόν, εκτεθειμένα, χωρίς στοιχειώδη πρόνοια συγκλίσεων σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, που θα χρειάζονταν πολλές δεκαετίες, για να συμβούν και προϋπέθεταν τεράστιες μεταφορές πόρων από τις πλουσιότερες στις φτωχότερες περιοχές της Ευρώπης.

Στη συνέχεια, και αφού εξάντλησαν όλα τα περιθώρια δανεισμού τους από τις αγορές, με το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, υποχρεώθηκαν μοιραία, σε μια βίαιη και αναγκαστική δημοσιονομική προσαρμογή στις ανάγκες του νέου νομίσματος, δηλαδή του ευρώ, αντί το τελευταίο να προσαρμόζεται στις ανάγκες των επί μέρους χωρών, πράγμα όντως εντελώς εξωπραγματικό και αδύνατο για κοινό νόμισμα με τέτοια χαρακτηριστικά στις διαφορετικές οικονομικές οντότητες των επί μέρους κρατών.

Στη Ελλάδα βεβαίως, που πρώτη έσυρε τον χορό, η δημοσιονομική αυτή προσαρμογή μέσω της λεγόμενης εσωτερικής υποτίμησης, έλαβε ακραία χαρακτηριστικά, για να ακολουθήσουν στον ίδιο δρόμο η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, πρόσφατα η Κύπρος. Όμως αντίστοιχες πολιτικές εφαρμόζονται έστω και με μικρότερη ένταση ήδη στην Ισπανία και την Ιταλία και ακολουθεί η Γαλλία, το Βέλγιο και οι υπόλοιπες χώρες.

Έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε το «τέρας», που τοποθετεί τις επί μέρους χώρες και τις οικονομίες τους στην κλίνη του Προκρούστη, αφού θα ήταν αδύνατο διαφορετικά να υπάρξει κοινό νόμισμα. Είναι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, εντελώς παράλογο να περιμένει κανείς να υπάρξει ουσιαστική διαφοροποίηση των πολιτικών εντός της ευρωζώνης, πέραν της εξυπηρέτησης των συμφερόντων των τραπεζών και των ισχυρών βορειοευρωπαϊκών χωρών, που καθιστούν τις πολιτικές αυτές ακόμα πιο βάναυσες για τις χώρες που τις υφίστανται…..».

11. Το ευρωσύνταγμα

Στις 29 Οκτωβρίου 2004 υπογράφηκε στη Ρώμη η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, που φιλοδοξούσε να αντικαταστήσει όλο το θεσμικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με μία απλούστερη και συνεκτικότερη δομή, δίνοντας στη νέα Ευρωπαϊκή Ένωση διευρυμένες αρμοδιότητες. Η συνθήκη δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ καθώς περιείχε πολλά αμφιλεγόμενα εδάφια, ενώ η επικύρωσή της απορρίφθηκε το 2005 από το γαλλικό και ολλανδικό λαό σε αντίστοιχα δημοψηφίσματα.

Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της ΕΕ, «μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Νίκαιας, το σύνολο του κοινοτικού δικαίου εδράζεται σε οκτώ Συνθήκες στις οποίες προστίθενται περισσότερα από πενήντα πρωτόκολλα και παραρτήματα. Οι προαναφερόμενες Συνθήκες δεν περιορίστηκαν μόνο στην τροποποίηση της αρχικής Συνθήκης ΕΚ αλλά οδήγησαν και σε νέα κείμενα που συνδυάστηκαν με την αρχική Συνθήκη. Η συνάθροιση των διαφορετικών αυτών Συνθηκών κατέστησε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα όλο και πιο περίπλοκο και ελάχιστα κατανοητό στους Ευρωπαίους πολίτες». Έτσι, αιτιολογείται επίσημα η προσπάθεια για τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού Συντάγματος. Στην ίδια επίσημη ιστοσελίδα διαβάζουμε επίσης:

«Η Συνθήκη της Νίκαιας, οι τεχνικές προσαρμογές της οποίας δεν συνέβαλαν στην αποσαφήνιση της κατάστασης, άνοιξε το δρόμο για μια διαδικασία θεσμικής μεταρρύθμισης που κατέστη απολύτως αναγκαία. Έτσι, η δήλωση για το μέλλον της Ένωσης που επισυνάπτεται στην τελική πράξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης (ΔΚΔ) του 2000 παρουσιάζει λεπτομερώς τα στάδια που θα πρέπει να σημαδέψουν την πορεία προς μία νέα μεταρρυθμιστική Συνθήκη. Από αυτή τη δήλωση λοιπόν, συγκεκριμενοποιείται η πορεία προς το Σύνταγμα.

Κατά τη σύνοδό του στο Λάκεν τον Δεκέμβριο του 2001 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συγκάλεσε την Ευρωπαϊκή Συνέλευση. Αποστολή της Συνέλευσης ήταν να προετοιμάσει τη μεταρρύθμιση και να υποβάλει προτάσεις. Η επιλογή του προτύπου της Συνέλευσης σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή πορείας όσον αφορά τις αναθεωρήσεις των Συνθηκών, εκφράζοντας τη βούληση να εγκαταλειφθούν οι συνεδριάσεις κεκλεισμένων των θυρών στις οποίες συμμετέχουν μόνον οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων.

Η Συνέλευση, που απαρτιζόταν από εκπροσώπους των κρατών μελών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των εθνικών κοινοβουλίων και της Επιτροπής, συνεδρίασε δημοσίως από το Φεβρουάριο του 2002 έως τον Ιούλιο του 2003. Πρότεινε να μεταρρυθμιστεί η ριζικά η Ένωση για να καταστεί πιο αποτελεσματική, πιο διαφανής, πιο κατανοητή και να προσεγγίσει περισσότερο τους πολίτες. Ο καρπός των εργασιών της, το σχέδιο Συνθήκης για τα θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, αποτέλεσε τη βάση για τις διαπραγματεύσεις του ΔΚΔ της περιόδου 2003/2004.

Η ΔΚΔ διεξήχθη από τον Οκτώβριο του 2003 έως τον Ιούνιο του 2004 και κατέληξε σε συμφωνία σχετικά με τη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης. Σκοπός της εν λόγω Συνταγματικής Συνθήκης ήταν να αντικαταστήσει όλες τις Συνθήκες που καταρτίστηκαν την τελευταία πεντηκονταετία με εξαίρεση τη Συνθήκη Ευρατόμ».

Το ευρωσύνταγμα απετέλεσε την πρώτη, αλλά όχι την τελευταία προσπάθεια ολοκληρωμένης θέσπισης σε ενιαία βάση των απολυταρχικών δομών της ευρωένωσης, απόλυτα δεσμευτικών και υπερεχόντων παντός εθνικού δικαίου και συνταγματικών ρυθμίσεων των κρατών μελών της. Η απόπειρα αυτή «συνταγματοποίησης» και η καθολική υλοποίηση -δεσμευτική στο διηνεκές- μιας «αγοραίας» νεοφιλελεύθερης αντίληψης οικονομικής και κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης αυτοκρατορικού τύπου, κατέστησε νεκρό γράμμα κάθε πρόβλεψη υπεράσπισης των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αποδυναμώνοντας κάθε δημοκρατική κατάκτηση των επί μέρους ευρωπαϊκών λαών, τουλάχιστον από τον πόλεμο και μετά. Αποδείχθηκε έτσι στην πράξη, ότι τα μεγάλα λόγια περί της Ευρώπης της ειρήνης, της δημοκρατίας, των κοινωνικών κατακτήσεων, της αλληλεγγύης και του πολιτισμού δεν ήταν τίποτα παραπάνω από πομφόλυγες, στάχτη στα μάτια των λαών.

Για το ευρωπαϊκό Σύνταγμα έγραφε ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ -και πρόσφατα υπουργός- Αντώνης Μανιτάκης σε άρθρο του με τίτλο «Η απατηλή συνταγματοποίηση της Ευρώπης» με το οποίο καλούσε στην απόρριψη αυτού του εκτρωματικού κατασκευάσματος και μάλιστα από την πλευρά ενός ακραιφνούς φεντεραλιστή:

«Με τη χρήση του όρου «Σύνταγμα» η Ευρωπαϊκή Συνέλευση θέλησε να σηματοδοτήσει πολιτικά την οριστική μετάβαση της Ευρωπαϊκής. Ένωσης από ένα καθεστώς «διεθνο-δικαιικό» σε ένα καθεστώς «συνταγματικό», δηλαδή, σε ένα καθεστώς ενοποιημένης και αυτοδύναμης διακυβέρνησης της οικονομίας. Θέλησε να δηλώσει ότι η ΕΕ περνά από το στάδιο της οικονομικής ολοκλήρωσης στη διαδικασία της πολιτικής ενοποίησής της. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, με τη συνταγματοποίση μόνον κατ΄ όνομα προχωρά η πολιτική ενοποίηση.

Διότι, ενώ όλοι πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις των κρατών, ανταποκρινόμενοι στο ιστορικό αίτημα της ενοποίησης προχώρησαν με την συνταγματική συνθήκη και έκαναν ένα αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, μια προσεκτική ανάγνωσή της μας αναγκάζει να μετριάσουμε την αισιοδοξία μας. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους.

Πρώτον, διότι η χρήση του όρου «Σύνταγμα της Ευρώπης» δεν συνοδεύεται από καμία θεσμική τομή ή καινοτομία καταστατικού χαρακτήρα. Κανένας νέος θεσμός δεν υιοθετήθηκε που να σηματοδοτεί την δημιουργία, έστω σταδιακά, μιας αυτοδύναμης, ενοποιημένης, δημοκρατικά νομιμοποιημένης πολιτικής εξουσίας, που να στηρίζεται στην βούληση των λαών της Ευρώπης, ικανής να εκφράζει το κοινό συμφέρον των ευρωπαίων πολιτών και να αποφασίζει για τα δημόσια ευρωπαϊκά πράγματα. Αντίθετα, μάλιστα, κατά περίεργη όχι όμως ανεξήγητη, αντιστροφή της λειτουργίας του, το ευρωσύνταγμα παγιώνει, νομιμοποιεί και διαιωνίζει τη δομή της εξουσίας και τον τρόπο διακυβέρνησης της οικονομίας, έτσι όπως βασικά οργανώθηκε και λειτουργεί πενήντα χρόνια τώρα.

Η Ευρώπη ήταν, είναι και εξακολουθεί να παραμένει και με το ευρωσύνταγμα, μια συνένωση «κυρίαρχων» κρατών, που δέχτηκαν να μοιράζονται και να ασκούν συλλογικά και από κοινού σε ορισμένους τομείς την κυριαρχία τους, προκειμένου να διέπεται η οικονομία τους από ενιαίους κανόνες. Η μέθοδος διακυβέρνησης που κρατεί και εντείνεται με την νέα συνθήκη είναι και παραμένει η διακυβερνητική, μία μέθοδος που αφήνει χωρίς δημοκρατικό έλεγχο τα Συμβούλια Υπουργών και αρχηγών κρατών.

Το όνειρο των φεντεραλιστών, δηλαδή η δημιουργία μιας ομοσπονδιακά οργανωμένης Ευρώπης, ως ομοσπονδιακού κράτους, τύπου Αμερικής ή Γερμανίας, αγνοείται, αφού η ομοσπονδίωση ως θεσμική
προοπτική εγκαταλείπεται.

Τα κράτη μέλη παραμένουν συγκύριοι της συνταγματικής συνθήκης όπως ήταν και των προηγούμενων συνθηκών. Τούτο αποδεικνύεται και από τον τρόπο που τροποποιείται η ίδια, ο οποίος αρμόζει σε διεθνή συνθήκη και όχι σε σύνταγμα, αφού κάθε τροποποίησή της προϋποθέτει συναίνεση και κύρωση από όλα τα κράτη.

Δεύτερον, η ιδέα από την οποία ξεκίνησε η ένωση τη Ευρώπης ήταν η ειρήνη. Η ιδέα που την κινητοποίησε και την εμψύχωσε όλα αυτά τα χρόνια ήταν η ενιαία αγορά. Ποια μεγάλη ιδέα καθοδηγεί σήμερα την συνταγματοποίησή της; Ποια ιδέα μπορεί να συγκινήσει σήμερα τους λαούς της Ευρώπης και να τους κάνει να ενδιαφερθούν και να συμμετάσχουν στην οικοδόμηση της συνταγματικής Ευρώπης; Τι τους προσφέρεται; Ένα «Σύνταγμα» γεμάτο από συμβολισμό και παράδοση, αλλά άδειο από δημοκρατική ουσία και κοινωνικό περιεχόμενο.

Για την ακρίβεια το ευρωσύνταγμα δεν είναι εντελώς αδειανό, είναι γεμάτο από το οικονομικό περιεχόμενο των παλαιών συνθηκών, από ολόκληρο το κοινοτικό δίκαιο με πρώτο και καλλίτερο το δίκαιο του ανταγωνισμού που συνταγματοποιήθηκε και αυτό. Αν κάτι αληθινά συνταγματοποιήθηκε, απόκτησε δηλαδή, συνταγματικό κύρος είναι μια άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς καθώς και μια ενιαία αγορά όπου ο ανταγωνισμός είναι ελεύθερος και ανόθευτος». Και ενώ ο ανταγωνισμός αναφέρεται ως συνταγματικός στόχος της Ένωσης σε δύο παραγράφους, δύο φορές, η ιδέα της ‘κοινωνικής αλληλεγγύης’, αντίθετα, παραλήφθηκε από τους στόχους. Αναφέρεται, απλώς, ως τίτλος κεφαλαίου στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Και η μεν ελευθερία του ανταγωνισμού λίγη ανάγκη έχει από την ευρωπαϊκή συνταγματική κατοχύρωσή της, αφού είναι κατοχυρωμένη στην πράξη και αποτελεί την υλική πραγματικότητα της ΕΕ. Η ταλαίπωρη ιδέα της αλληλεγγύης, όμως, για να πραγματωθεί έχει ανάγκη από θετικά μέτρα, από κοινωνικούς θεσμούς και κοινωνικές υπηρεσίες, από ένα «κράτος» που να την φροντίζει και να την προάγει.

Τρίτον, πώς να συνταχθείς και να επικροτήσεις ένα Σύνταγμα, που εξαρτά την κοινωνική δικαιοσύνη και την πλήρη απασχόληση από τους νόμους της αγοράς και τους κανόνες του ανταγωνισμού και ανάγει αυτήν την υπαγωγή σε υπέρτατη συνταγματική αξία; Που δεν δίνει στις κοινωνικές αξίες την στοιχειώδη τυπική και ηθική δύναμη για να μπορούν, όταν χρειαστεί, να παραμερίσουν την άκαμπτη ισχύ τους;….».

12. Τροποποίηση του «Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης»

Το 2005 απόφασίστηκε η τροποποίηση του ΣΣΑ ώστε να συνεκτιμώνται καλύτερα οι εκάστοτε εθνικές περιστάσεις και να ενισχύεται η οικονομική λογική των κανόνων που πρέπει να τηρούνται στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της εποπτείας και του συντονισμού και της αποσαφήνισης και επιτάχυνσης της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.

13. Η συνθήκη της Λισαβόνας

Η απόρριψη του ευρωσυντάγματος όμως δεν πτόησε το «ευρωιερατείο» γνωστό και ως «διευθυντήριο των Βρυξελλών», που συνέχισε την προσπάθεια και τις ανάλογες μεθοδεύσεις, έτσι:

Μετά την εγκατάλειψη του "Συντάγματος της Ευρώπης", συμφωνήθηκε αφενός να διασωθούν και αφετέρου να τροποποιηθούν ορισμένα τμήματά του, έτσι ώστε μια νέα συνθήκη να τροποποιήσει τις ήδη υπάρχουσες, όπως παραδοσιακά μέχρι τότε συνηθιζόταν, χωρίς να τις αντικαταστήσει.

Πράγματι, το 2007 η Γερμανία ανέλαβε την κυλιόμενη προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δηλώνοντας ότι η «περίοδος περισυλλογής» μετά την απόρριψη του ευρωσυντάγματος είχε τελειώσει. Το Μάρτιο, στην 50ή επέτειο των Συνθηκών της Ρώμης, η Διακήρυξη του Βερολίνου υιοθετήθηκε από όλα τα κράτη μέλη. Η διακήρυξη υπογράμμιζε την πρόθεση όλων των χωρών στο να συμφωνήσουν σε μια νέα Συνθήκη πριν από τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Έτσι, στις 13 Δεκεμβρίου 2007 τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ υπογράφουν τη Συνθήκη της Λισαβόνας (γνωστή και ως Μεταρρυθμιστική Συνθήκη), η οποία τροποποιεί τις προηγούμενες Συνθήκες. Η Συνθήκη της Λισαβόνας κυρώνεται από όλες τις χώρες της ΕΕ πριν τεθεί σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009.

Η συνθήκη της Λισσαβόνας προβαίνει σε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, που προβλέπονταν και ήδη είχαν απορριφθεί με το ευρωσύνταγμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις επίσημες ιστοσελίδες της ΕΕ δεν βρίσκει εύκολα κανείς, αναφορές στους λόγους που απορρίφθηκε μέσω των δημοψηφισμάτων στη Γαλλία και την Ολλανδία, αλλά και τις εκτεταμένες αντιδράσεις που είχε προκαλέσει σε πολλές άλλες χώρες.

Η συνθήκη της Λισσαβόνας θέτει τέλος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καταργεί την παλαιά αρχιτεκτονική της Ε.Ε. και προβαίνει σε νέα κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Ε.Ε. και κρατών μελών. Ο τρόπος λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και η διαδικασία λήψης αποφάσεων έχουν επίσης υποστεί τροποποιήσεις. Στόχος είναι να βελτιωθεί συγκεντροποιούμενη η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε μία διευρυμένη Ένωση των 27 κρατών μελών. Επίσης, η συνθήκη της Λισσαβόνας μεταρρυθμίζει πολλές εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές της Ε.Ε.. Πιο συγκεκριμένα, επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να νομοθετούν και να εγκρίνουν μέτρα σε νέους τομείς πολιτικών.

Η Συνθήκη της Λισσαβώνας πρόκειται να διατηρήσει τις περισσότερες θεσμικές καινοτομίες που είχαν συμφωνηθεί στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, όπως τη δημιουργία θέσης Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με θητεία δυόμιση χρόνων, σε αντικατάσταση του υπάρχοντος συστήματος της κυλιόμενης προεδρίας. Επίσης δημιουργείται θέση για έναν ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, αυτή η θέση στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα ονομαζόταν Υπουργός Εξωτερικών της Ένωσης. Άλλες θεσμικές καινοτομίες που παραμένουν ίδιες με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είναι η ίδια διανομή κοινοβουλευτικών θέσεων, ένας μειωμένος αριθμός διοικητικών επιτρόπων και ένα μοναδικό νομικό πρόσωπο που θα επιτρέπει στην Ε.Ε. να υπογράφει διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση θα απορροφήσει πλήρως την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η οποία θα πάψει με τη σειρά της οριστικά να υπάρχει.

Επιπρόσθετα προβλέπονται αλλαγές στα θεσμικά όργανα της Ένωσης: Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα γίνουν επίσημα θεσμικά όργανα, το «Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» θα μετονομασθεί σε «Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και ο όρος «Ευρωπαϊκή Επιτροπή» θα χρησιμοποιείται στις συνθήκες έναντι του «Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».

Συμφωνήθηκε να μην εφαρμοστούν τα κρατικά χαρακτηριστικά, όπως το όνομα «Σύνταγμα», καθώς και οι αναφορές σε Ευρωπαϊκά σύμβολα (Ευρωπαϊκή σημαία, ύμνος κλπ). Ωστόσο όλα τα σύμβολα ήδη χρησιμοποιούνται, η σημαία έχει υιοθετηθεί από τη δεκαετία του 1980 και το σύνταγμα θα της έδινε μια πιο επίσημη υπόσταση.

Στα θετικά της συνθήκης καταγράφεται η νομική κατοχύρωση της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μολονότι η εφαρμογή των μνημονίων στην Ελλάδα απέδειξε ότι αυτή αποτελεί ακόμα και σήμερα νεκρό γράμμα.

13. Η κρίση στην Ευρώπη και την Ελλάδα αφορμή για επιτάχυνση των διαδικασιών διολίσθησης προς τον ολοκληρωτισμό.

Τον Σεπτέμβριο του 2008 η χρηματοπιστωτική κρίση πλήττει την παγκόσμια οικονομία. Τα προβλήματα ξεκινούν με τα ενυπόθηκα δάνεια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πληθώρα ευρωπαϊκών τραπεζών αντιμετωπίζουν σοβαρότατα προβλήματα. Η οικονομική κρίση χτυπάει κυρίως τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και η Ευρωπαϊκή Ένωση σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ εφαρμόζουν σκληρά προγράμματα λιτότητας, προκειμένου να περισωθούν οι τράπεζες και ειδικά στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου μετατρέπουν την κρίση σε δημοσιονομική και κρίση δημόσιου χρέους.

Στις 23 Απριλίου 2010 ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γιώργος Παπανδρέου με φόντο το ακριτικό Καστελόριζο ανακοινώνει την προσφυγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης -που δημιουργήθηκε εν τω μεταξύ- και βάζει τη χώρα στον μνημονιακό δρόμο που διανύει έως και σήμερα.

Το 2011 το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης» τροποποιείται και επεκτείνεται με τη σημαντική ενίσχυση των κανόνων οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ χάρη σε μια δέσμη νέων κανόνων, γνωστή ως «Εξάπτυχο». Η παρακολούθηση των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών διεξάγεται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Στη συνέχεια η συμμόρφωση με το ΣΣΑ ενισχύεται περαιτέρω με τη θέσπιση νέων νομοθετικών διατάξεων γνωστών με την ονομασία «Δίπτυχο», οι οποίες ενισχύουν τον οικονομικό συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών και καθιερώνουν νέα εργαλεία παρακολούθησης. Λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του «Διπτύχου» περιέχονται στον «Κώδικα Δεοντολογίας» σύμφωνα με τους κανονισμούς 472 & 473/2013.

Οι δημοσιονομικοί στόχοι που καθορίζονται στο προληπτικό σκέλος του ΣΣΑ (μεσοπρόθεσμοι στόχοι), ενισχύονται με νομοθετική πράξη γνωστή ως «Δημοσιονομικό Σύμφωνο», που αποτελεί τμήμα μιας διακυβερνητικής συνθήκης γνωστής ως Συνθήκης για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση (ΣΣΣΔ) και τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2013 Στόχος της είναι η ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας στην Ευρωζώνη με τον «κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού», ενώ ιδρύεται ο μόνιμος μηχανισμός σταθερότητας ο γνωστός ESM, στον οποίο εντάχθηκε η Ελλάδα με την υπογραφή του 3ου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015.

Το «δημοσιονομικό σύμφωνο» αποτελεί τομή για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι στην κατεύθυνση της σκλήρυνσης των πολιτικών λιτότητας και της συγκεντροποίησης της εξουσίας στον άξονα Βρυξελών -Φρανκφούρτης.

O επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο VU του Άμστερνταμ Δημήτρης Παυλόπουλος γράφει σε άρθρο του στην εφημερίδα «Πριν»:
«Τα τελευταία δύο χρόνια, μια σειρά από νέες συνθήκες αλλάζουν σημαντικά τον χαρακτήρα της ΕΕ και της ευρωζώνης. Το Ευρωσύμφωνο (Europact), o Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), το Δημοσιονομικό Σύμφωνο (Fiscal Pact) έρχονται να επιβάλλουν νέους κανόνες και να μετατρέψουν την Ευρωπαϊκή Ένωση (με πυρήνα την Ευρωζώνη) σε μια ένωση με σκληρή δημοσιονομική πολιτική, σε ένα πανίσχυρο και μη ελεγχόμενο κέντρο λήψης πολιτικών αποφάσεων, με κανένα περιθώριο αναδιανομής κεφαλαίων είτε προς όφελος των οικονομικά αδυνάτων είτε προς ενίσχυση των χωρών που βρίσκονται σε οικονομική ύφεση.

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η φιλοσοφία όλων των παραπάνω συμφωνιών και συνθηκών είναι η επιβολή και διαιώνιση των πολιτικών λιτότητας. Εκτός από την επιβεβαίωση και σκλήρυνση του ορίου του 3% στο έλλειμμα του προϋπολογισμού και του 60% του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ που προβλέπονται από τη συνθήκη του Μάαστριχτ, οι συνθήκες αυτές έρχονται να επιβάλλουν νέους κανόνες: το πιο πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο νέος κανόνας που εισάγει το Χρηματοπιστωτικό Σύμφωνο, ο κανόνας του «δομικού» δημοσιονομικού ελλείμματος. Το δομικό έλλειμμα ορίζεται ως το συνολικό έλλειμμα μείον του ελλείμματος λόγω απρόβλεπτων διακυμάνσεων της οικονομίας και του ελλείμματος που προκύπτει από προσωρινές δαπάνες της κυβέρνησης. Σύμφωνα με το Χρηματοπιστωτικό Σύμφωνο, το δομικό έλλειμμα δεν πρέπει να ξεπερνά το 0,5% του ΑΕΠ. Το πόσο σημαντικό είναι αυτό το όριο γίνεται σαφές από το παράδειγμα του Βελγίου που έχει συνολικό έλλειμμα 4,6%. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το δομικό έλλειμμα αγγίζει το 4%. Για να πληρεί το Βέλγιο τον κανόνα του 0,5%, το συνολικό έλλειμα θα πρέπει να μειωθεί στο 1,1% και όχι «απλά» στο 3% που ορίζει η συνθήκη του Μάαστριχτ.

Η επιβολή των νέων σκληρών δημοσιονομικών κανόνων στην ΕΕ έχει στόχο την εξασφάλιση της σταθερότητας του ευρώ που επιθυμούν διακαώς τα δυναμικά τμήματα του εξαγωγικού κεφαλαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Φυσικά, το κόστος είναι τεράστιο για τους λαούς: η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία μεταφράζεται σε δραματικές περικοπές στο κοινωνικό κράτος, στην περίθαλψη και στην εκπαίδευση. Επίσης, οι αυστηροί και ανελαστικοί δημοσιονομικοί κανόνες στερούν τη δυνατότητα κρατικής χρηματοδότησης πολιτικών στήριξης της οικονομίας σε περιόδους κρίσεων. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η μόνιμη όξυνση των οικονομικών ανισοτήτων και ο μακροχρόνιος μαρασμός της οικονομικής δραστηριότητας στο εσωτερικό των χωρών.

Η πρόσδεση σε αυτούς τους μηχανισμούς δεν είναι ζήτημα περιστασιακής πολιτικής συμφωνίας. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δε θα μπορούσε ποτέ να διεκδικήσει βραβείο δημοκρατικής λειτουργίας, οι συνθήκες αυτές τη μετατρέπουν σε μια ένωση με πολύ ισχυρές και απολυταρχικές δομές λήψης πολιτικών αποφάσεων στα κρίσιμα ζητήματα. Η επιβολή των δημοσιονομικών κανόνων δεν επαφίεται πλέον στην ευχέρεια των κρατών-μελών αλλά... στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κάθε κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όταν θεωρεί ότι ένα άλλο κράτος-μέλος παραβαίνει το σύμφωνο. Η Κομισιόν έχει και αυτή δικαίωμα προσφυγής όταν θεωρεί πως ένα κράτος-μέλος δεν ακολουθεί τις «οδηγίες» της για την επίτευξη των στόχων του συμφώνου. Τα πρόστιμα για τα κράτη-παραβάτες ανέρχονται στο 0,2-0,5% του ΑΕΠ τους. Πολλές φορές μάλιστα η ερμηνεία των δημοσιονομικών κανόνων είναι τόσο σχετική που ένα διορισμένο όργανο σαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να το αξιοποιεί όπως θέλει ενάντια σε χώρες ή κυβερνήσεις...»

Και συνεχίζει για τον ESM:

«….Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο λεγόμενο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, το ESM που προβλέπεται να αντικαταστήσει το EFSF, το ερχόμενο καλοκαίρι. Το ESM θα εφοδιαστεί με κεφάλαια και εγγυήσεις ύψους 700 δις ευρώ και φαινομενικός του στόχος είναι η παροχή κεφαλαίων σε κράτη-μέλη της Ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικά προβλήματα. Όπως φάνηκε από την περίπτωση του "πακέτου σωτηρίας" της Ελλάδας, η κεφαλαιακή ενίσχυση δεν έχει καμιά σχέση με την επένδυση κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία των χωρών με δημοσιονομικά προβλήματα. Αντίθετα αποσκοπεί στην εξασφάλιση της εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους σε χώρες που απειλούνται άμεσα ή μεσοπρόθεσμα με χρεοκοπία. Η χρηματοδότηση του ESM θα προέρχεται υποχρεωτικά από τους κρατικούς προϋπολογισμούς των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και προαιρετικά από αυτούς των υπολοίπων κρατών-μελών της Ε.Ε. Με λίγα λόγια με το ESM θεσμοθετείται αυτό που δοκιμάστηκε στην περίπτωση της Ελλάδας. Με την ολοκλήρωση του περιβόητου PSI, τα δύο τρίτα περίπου του Ελληνικού δημόσιου χρέους μεταφέρθηκαν από χέρια ιδιωτών δανειστών (βλ. κυρίως τράπεζες) στα χέρια των κρατών-μελών της Ευρωζώνης ή αλλιώς στους ώμους των βορειοευρωπαίων εργαζομένων. Με αυτό τον τρόπο, το ESM γίνεται ένας πανίσχυρος μηχανισμός προστασίας του τραπεζικού συστήματος αλλά και πανευρωπαϊκής αναδιανομής εισοδήματος προς όφελος των τραπεζών.

Οι κανόνες λειτουργίας του ESM δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Το ESM θα είναι ένας αυτονομημένος μηχανισμός που θα συνεργάζεται στη λήψη αποφάσεων με την Κομισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. θα απολαμβάνει την απόλυτη οικονομική, πολιτική και νομική ασυλία, ενώ καμία κυβερνητική ή δικαστική εξουσία δε θα μπορεί να παρέμβει ενάντια στις αποφάσεις και τους ανθρώπους του. Θα αντλεί κεφάλαια από τα κράτη-μέλη με απλή απόφαση της διοίκησής του, κάθε κράτος θα έχει περιθώριο εφτά ημερών για να μεταφέρει το κεφάλαιο που ζητείται από το ESM…..»

Το ίδιο διάστημα ο Λεωνίδας Βατικιώτης σε άρθρο του στα «Επίκαιρα» αποκαλεί την εφαρμογή του δημοσιονομικού συμφώνου «δημοσιονομικό Νταχάου» και αναφέρεται στην δημιουργία μιας Ε.Ε. δύο ταχυτήτων. Γράφει συγκεκριμένα:
«Το δημοσιονομικό σύμφωνο συνιστά τομή στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή για πρώτη φορά δημιουργεί μια Ένωση δύο ταχυτήτων με θεσμικό τρόπο. Η ευρωζώνη αποκολλάται από την ΕΕ (η οποία πλέον υποβαθμίζεται) κατά πολλούς, κυρίως όμως, θεσμοθετημένους τρόπους, όπως για παράδειγμα με τις δύο συνόδους κορυφής που θα οργανώνονται κάθε χρόνο τουλάχιστον -αν δεν προκύπτει ανάγκη και για έκτακτη σύνοδο- με θέμα το ευρώ. Επίσης με τον διορισμό προέδρου στη βάση της αρχής της πλειοψηφίας κι όχι της ομοφωνίας, όπως συνηθιζόταν ως τώρα. Άλλωστε και το ίδιο το δημοσιονομικό σύμφωνο ψηφίστηκε και τέθηκε σε ισχύ χωρίς την ομόφωνη έγκριση και των 27 κρατών - μελών της ΕΕ. Η εντεινόμενη δε συζήτηση που έχει δει το φως της δημοσιότητας έκτοτε για το κατά πόσο η Αγγλία πρέπει να συνεχίσει να είναι στην ΕΕ ή όχι, βεβαιώνουν για το βάθος του ρήγματος που δημιουργήθηκε και τον μη αντιστρεπτό του χαρακτήρα.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι το Δημοσιονομικό Σύμφωνο (που εγκρίθηκε από την Ελληνική Βουλή κάτω από ένα πέπλο μυστικότητας έτσι ώστε να μη χρειαστεί να λογοδοτήσουν οι βουλευτές που σήκωσαν το χέρι τους γι’ αυτό το τερατούργημα) εγκαινιάζει μια εποχή λιτότητας χωρίς τέλος. Όποιος πιστεύει ότι η εκπλήρωση των όρων για διαρθρωτικό έλλειμμα της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ (που αυτή τη στιγμή πληρείται μόνο από 4 χώρες) θα ανοίξει τον δρόμο για την αναδιανομή ή τις κοινωνικές παροχές πλανάται πλάνην οικτράν. Στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο από την τέταρτη κιόλας σελίδα εκφράζεται η προθυμία των κρατών μελών να υιοθετήσουν «ένα νέο φάσμα μεσοπρόθεσμων στόχων που συνάδει με τους περιορισμούς που προβλέπονται από την παρούσα συνθήκη». Σε επόμενο άρθρο εξ άλλου υπογραμμίζεται η σημασία που έχει το «Σύμφωνο για το ευρώ +» που υπογράφτηκε από τους ηγέτες στης ΕΕ στη σύνοδο της 24ης-25ης Μαρτίου 2011. Στις διατάξεις του προβλέπεται η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και η επανεξέταση του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε κάθε κράτος μέλος σε σύγκριση πάντα με τους "κυριότερους εμπορικούς εταίρους". Δηλαδή την Κίνα! Γίνεται επομένως εμφανές ότι η ΕΕ μετατρέπεται σε Κέρβερο της λιτότητας, των περικοπών και της φτώχειας

14. Τα παιγνίδια επικυριαρχίας και το γεωπολιτικό ζήτημα

Καθόσον συμβαίνουν όλα αυτά στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την σταδιακή εμπέδωση του απολυταρχικού καθεστώτος υπό την πλήρη κυριαρχία της Γερμανίας και τη Γαλλία σε πρώτο ρόλο «ιπποκόμου», μια άλλη υπόγεια αντιπαράθεση βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε πλήρη εξέλιξη. Πρόκειται για έναν ακήρυχτο πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας για την κυριαρχία επί της Ε.Ε.. Οι Αμερικανοί συνέβαλαν αποφασιστικά και υποστήριξαν παντοιοτρόπως την ευρωπαϊκή ενοποίηση, από το σχέδιο Μάρσαλ μέχρι και σήμερα, αλλά για δικό τους λογαριασμό και για την εξυπηρέτηση των δικών τους οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων. Επ’ ουδενί δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν την πλήρη αυτονόμηση και τη μετατροπή της ΕΕ υπό την Γερμανία σε ισχυρό ανταγωνιστικό -αν όχι αντίπαλο- πόλο στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και της πολιπολικότητας του παγκόσμιου γίγνεσθαι, με τις Η.Π.Α. σε συνεχή υποχώρηση.

Με τη Ρωσία να αποκτά την παλιά της αίγλη και την πολεμική της ισχύ και με το πλεονέκτημα του πλέον ικανού ενεργειακού τροφοδότη της Ε.Ε., με την Κίνα να έχει ήδη καταστεί η πρώτη παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη, με επίσης αυξανόμενη πολεμική ισχύ και πολλές άλλες χώρες, όπως η Ινδία να αναπτύσσονται ραγδαία και να διεκδικούν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό, οι Η.Π.Α. αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να επιτρέψουν τη «διάσπαση» του λεγόμενου «δυτικού κόσμου» και θα κάνουν τα πάντα για να τον κρατήσουν υπό τον πλήρη έλεγχο και την ηγεμονία τους. Μια ηγεμονία που κινδυνεύει από τις αντίστοιχες κυριαρχικές τάσεις της Γερμανίας.

Μια τέτοια απεξάρτηση της Ε.Ε. από τις Η.Π.Α. και μάλιστα υπό την επικυριαρχία της Γερμανίας, θα φέρει την πρώην υπερδύναμη σε δυσμενέστατη θέση και στον περιορισμό της σε μια περιφερειακού τύπου δύναμη, με ολοένα και μικρότερη επιρροή. Σήμερα, -και παρά την ύπαρξη του ΝΑΤΟ- δεν υφίσταται ο «μπολσεβικισμός» ως το αντίπαλο δέος, που θα συσπείρωνε το «δυτικό» κόσμο και την Ευρώπη υπό την αμερικάνικη ομπρέλα. Επίσης, το φαινόμενο και η απειλή της τρομοκρατίας ήδη αρχίζει να εξαντλεί τα όριά της, πολύ περισσότερο που η τρομοκρατία χρησιμοποιήθηκε αλα καρτ και για την αιτιολόγηση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, που με τη σειρά τους δεν υποθάλπουν απλά, αλλά γίνεται ολοένα και πιο φανερό, ότι αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία του φαινομένου.

Το «παιγνίδι» είναι επικίνδυνο και εξαιρετικά περίπλοκο και εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο. Σε αυτή τη φάση το επίμαχο ζήτημα και η διελκυστίνδα αφορά τις σχέσεις Βερολίνου-Μόσχας. Για τις Η.Π.Α. ο τορπιλισμός αυτών των σχέσεων αποτελεί κορυφαία επιλογή, αφού η σχεδόν αποκλειστική ενεργειακή εξάρτηση της Γερμανίας και του συνόλου της Ε.Ε. από τη Ρωσία, αδυνατίζει τη θέση των Αμερικανών και την επιρροή τους υπέρ του παραδοσιακού αντιπάλου τους. Βεβαίως οι «καραμπόλες» είναι πολλές και έχουν να κάνουν επίσης με τα δικά μας εθνικά θέματα και τη θέση μας εντός της Ε.Ε..

Όπως σωστά επεσήμαινε ο γνωστός αναλυτής Απόστολος Αποστολόπουλος σε  άρθρο του «Το GREXIT ποτέ δεν ήταν αποκλειστικά διμερές θέμα Ελλάδας- Γερμανίας/ΕΕ, ούτε μονοδιάστατα οικονομικό ζήτημα. Από τη στιγμή που η Γερμανία ενώθηκε σε μια ενιαία χώρα το ερώτημα ήταν αν θα έχουμε μια Ευρωπαϊκή Γερμανία ή μια Γερμανική Ευρώπη. Η «γραμμή Σόϋμπλε» περί GREXIT εμπεριέχει τη δεύτερη οπτική όπου τα ανίκανα, ασταθή, ταραχοποιά στοιχεία και φυσικά οι φορείς εντός της Ένωσης ξένων, αντίπαλων, απόψεων δεν μπορεί να γίνουν ανεκτοί. Μια άλλη Ένωση, πιο μικρή αλλά όχι λιγότερο ισχυρή, επειδή θα είναι πιο συνεκτική, ταιριάζει απολύτως σε μια «Γερμανική Ευρώπη», απαλλαγμένη από ισχυρές, άμεσες ή έμμεσες, αμερικανικές παρεμβάσεις, ελεύθερη να συνάψει στενές και συμφέρουσες σχέσεις με τη Ρωσία, ικανή να μετέχει ισότιμα στο παγκόσμιο παιχνίδι εξουσίας».

Η ανάλυση αυτή -στο βαθμό που ισχύει- ταιριάζει πλήρως με τις διεργασίες εντός Ε.Ε. για μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων. Ένα ισχυρό κεντροευρωπαϊκό σύστημα στην πρώτη ταχύτητα, με παρακολούθημα ένα δεύτερο περιφερειακό - «ακριτικό» (σε ρόλο που έπαιζαν πάντα οι περιφέρειες στις αυτοκρατορίες), που θα λειτουργεί ως «ζωτικός χώρος» και αποσβέστης στη δεύτερη ταχύτητα, που επίσης, θα απορροφά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τους ανταγωνισμούς στο επί τόπου πεδίο αφήνοντας αλώβητο το κέντρο, ενώ θα χρησιμοποιείται συνάμα ως ένα ευρύ σύστημα ειδικών οικονομικών ζωνών, χαμηλού εργατικού κόστους για τις ευρωπαϊκές - γερμανικές πολυεθνικές.

Στο ίδιο άρθρο του έγραφε επίσης ο Α. Αποστολόπουλος: «Τώρα η ΕΕ είναι υποτελής στις ΗΠΑ αλλά οι διεργασίες και η ενόχληση στο Βερολίνο εντείνονται για την αμερικανική κυριαρχία, εξ ου και οι, δειλές προσώρας, συζητήσεις για τη δημιουργία πραγματικών και ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων -η Εξουσία είναι πάντα στην άκρη του τουφεκιού... Το ερώτημα σε κάθε περίπτωση είναι για πόσο καιρό θα μπορεί η ΕΕ να παραμένει και Ενωμένη και Διχασμένη σε γερμανικό και αμερικανικό "μπλοκ"». Και συνεχίζει:
«….Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις επιταχύνονται και επηρεάζονται από τα δρώμενα στη Μ. Ανατολή, με επίκεντρο τη Συρία, όπου ούτε η Γερμανία ούτε η ΕΕ έχουν λόγο. Η κρίση στη Μ. Ανατολή έχει δυο όψεις. Η πρώτη είναι γεωγραφική και αποτελεί προϋπόθεση για την επίλυση της δεύτερης, τον έλεγχο της Ενέργειας. Στην Ευρώπη η αναδιάταξη των συνόρων βρίσκεται σε εξέλιξη με επίκεντρο πλέον την Ουκρανία. Στη Μ. Ανατολή επίκεντρο είναι η Συρία και ο Άσαντ, μοναδικό εμπόδιο στην αναδιάταξη συνολικά της περιοχής, εγγυητής της ενότητας της χώρας (ή μεγάλου μέρους της) αλλά και της παρουσίας της Ρωσίας ως ισχυρού παίκτη. Όσο παραμένει ο Άσαντ δεν μπορεί να προχωρήσει ο αγωγός του Κατάρ που θα μεταφέρει μέσω Τουρκίας φυσικό αέριο στην Ευρώπη μηδενίζοντας το ρόλο της Ρωσίας ως αποκλειστικού προμηθευτή. Οι σύμμαχοι της Συρίας- Ρωσία, Ιράν, Χεζμπολά και προσφάτως η Κίνα- δίνουν τον υπέρ πάντων αγώνα σε ένα, υπό σμίκρυνση, Παγκόσμιο Πόλεμο, ώστε να αποτρέψουν την κυριαρχία των ΗΠΑ….».

Σε αυτόν το μίνι παγκόσμιο πόλεμο που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή και φτάνει μέχρι την Ουκρανία, η Γερμανία και ολόκληρη η Ε.Ε. είναι θεωρητικά, αλλά και πρακτικά -γιατί προσώρας δεν γίνεται διαφορετικά- μαζί και στο πλάι των Αμερικανών, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα όμως είναι προφανή. Είναι φανερό, ότι μια υποχώρηση των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή, θα έχει σοβαρές επιπτώσεις αναφορικά με την επιρροή τους στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, ενώ αντίθετα μια επικράτησή τους θα φέρει τη Γερμανία σε δυσμενέστερη θέση.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το παιγνίδι μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ -που συμπεριλαμβάνει πολλούς και διαφορετικούς παίκτες- παραμένει ανοικτό και πρόκειται να περάσει πολλές φάσεις ακόμα και με πολλά θύματα και «παράπλευρες» απώλειες, μέχρις ότου τα πράγματα πάρουν την οριστική τους μορφή, ενώ η ολοκληρωτική διάλυση και ο πόλεμος δεν είναι πλέον καθόλου απίθανη περίπτωση με τη φορά των γεγονότων και την παγκόσμια οικονομική ύφεση κυριαρχούσα.

Επίλογος: Ο ολοκληρωτισμός και η απολυταρχία η πραγματική ταυτότητα της Ε.Ε.

Όλη αυτή η ιστορική διαδικασία και τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν κυρίως μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ καταδεικνύουν το γεγονός, ότι ανεξάρτητα από τις προθέσεις κάποιων οραματιστών, η ύπαρξη και λειτουργία μιας πραγματικά δημοκρατικής ευρωπαϊκής ένωσης κάτω από τις σημερινές συνθήκες αποτελεί ουτοπία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μετατρέπεται σταδιακά σε ένα υπερκρατικό μόρφωμα ολοκληρωτισμού, ταγμένου αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των μύχιων επιδιώξεων του γερμανικού εθνικισμού στην κατεύθυνση της δημιουργίας και ολοκληρωτικής επικράτησης ενός 4ου Ράιχ, έστω κι αν προσώρας βρίσκεται -ακόμα- υπό τον έλεγχο των Η.Π.Α. με τον υπόγειο και ανομολόγητο πόλεμο απεξάρτησης της Ε.Ε. σε πλήρη εξέλιξη.

Εργαλεία γι’ αυτήν την εξέλιξη και την μετατροπή της Ε.Ε. σε ολοκληρωτικού τύπου «Ράιχ» αποτελούν το κοινό νόμισμα και οι άτεγκτες πολιτικές που απαιτούνται για τη στήριξή του.

Στην πράξη, «…..ήταν αδύνατο να υπάρξει κοινό νόμισμα με διαφορετική αρχιτεκτονική, μέσα στις υφιστάμενες συνθήκες έντονης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής διαφοροποίησης των χωρών που εντάχθηκαν στο ευρώ. Μια αρχιτεκτονική που θα μπορούσε να προσαρμόζεται κάθε φορά στις ανάγκες χρηματοδότησης της κάθε μίας χώρας ξεχωριστά και να ανταποκρίνεται στον δυναμισμό της πραγματικής οικονομίας και όχι αντιστρόφως, οι χώρες να υποχρεούνται, να προσαρμόζονται στις ανάγκες του κοινού νομίσματος, όπως έμελλε να συμβεί. Είναι αδύνατο να πιστέψει κανείς ότι όσο μειωμένης ικανότητας και να ήσαν οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών κρατών, δεν γνώριζαν το γεγονός αυτής της αντιστροφής, που προκαλεί την τέλεια στρέβλωση και να μην μπορούσαν, να προβλέψουν τις επιπτώσεις της….».

«…Από την άλλη πλευρά, είναι γεγονός, ότι οι πιο ισχυρές και ανεπτυγμένες χώρες, όπως η Γερμανία, μπορούν και κερδίζουν από αυτή την αρχιτεκτονική, γι’ αυτό και θα επιμείνουν μέχρι τέλους σ’ αυτήν. Τα ελλείμματα των χωρών του νότου, στα πλαίσια της ευρωένωσης, μετατρέπονται σε δικά τους πλεονάσματα. Ταυτόχρονα, είναι ευκολότερο γι’ αυτές τις χώρες, να επιβάλουν τις απόψεις τους στις υπόλοιπες και χρησιμοποιώντας το χρέος και τα ελλείμματα των αδυνάμων ως πρόσχημα, να καταστούν επικυρίαρχες μετατρέποντας σταδιακά στην αρχή και τώρα πια με ακραίο τρόπο, τις μικρότερες και ασθενέστερες χώρες, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, ζωτικό τους χώρο μέσω μιας διαδικασίας εσωτερικής αποικιοποίησης. Ζωτικό χώρο αποκλειστικής εξυπηρέτησης των οικονομικών και γεωπολιτικών τους επιδιώξεων με οικονομικά μέσα, που διαφορετικά θα μπορούσαν να επιτύχουν μόνο με στρατιωτική επέμβαση και εισβολή, δηλαδή με ανοικτό πόλεμο και πλήρη στρατιωτική κατοχή, πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο και παρακινδυνευμένο.

Τα οικονομικά μέσα αποδεικνύονται έτσι αποτελεσματικότερα των στρατιωτικών, με τις ίδιες όμως ακριβώς επιπτώσεις και χωρίς ιδιαίτερους κινδύνους από τις επιτιθέμενες δυνάμεις. Η υπεροπτική στάση και η αλαζονεία στα όρια της ξιπασιάς από την πλευρά των «νικητών» του ακήρυχτου πολέμου κατά των λαών, ιθυνόντων της ευρωένωσης και δη της Γερμανίας είναι πλέον απροκάλυπτη, στη προσπάθειά τους να καταδείξουν και στον τελευταίο αμφιβάλλοντα, ότι αυτοί είναι και κανείς άλλος!

Στις υπάρχουσες σήμερα συνθήκες είναι αδύνατη η αλλαγή της αρχιτεκτονικής του ευρώ. Εφ’ όσον, για να υφίσταται ως κοινό νόμισμα, προϋποθέτει τη προσαρμογή των οικονομιών των επί μέρους κρατών στις ανάγκες του. Επίσης, όπως εξ άλλου λεπτομερώς αναλύθηκε, απηχεί συσχετισμούς στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, πολύ μακριά από τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας των επί μέρους κρατών. Συνεπώς, δεν υπάρχει καμία τέτοια προοπτική αλλαγής της φύσης και του χαρακτήρα της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, ακόμα κι αν υπήρχε η βούληση για αλλαγή αυτής της αρχιτεκτονικής, θα χρειάζονταν δεκαετίες σκληρής προσπάθειας για πραγματική σύγκλιση κοινωνιών και οικονομιών σε έναν μέσον όρο και αυτό θα προϋπέθετε τεράστιες μεταφορές πόρων από τον βορρά προς τον νότο της Ευρώπης. Τέτοια προοπτική δεν υπάρχει, όχι μόνο γιατί δεν υφίσταται η βούληση, αφού αυτή εξαρτάται άμεσα από ισχυρά συμφέροντα, αλλά ούτε ο τρόπος για να αναγκασθούν οι βόρειες χώρες, με τη Γερμανία επικεφαλής, να εφαρμόσουν ένα τέτοιο σχέδιο πραγματικής σύγκλισης.

Σε αυτό πείθουν όλες οι τελευταίες αποφάσεις των Συνόδων Κορυφής, όπου δρομολογήθηκαν οι εξελίξεις μετατροπής της ΕΕ σε μια ολιγαρχική ομοσπονδία υπό την επικυριαρχία των τραπεζών με επικεφαλής την Γερμανία. Ακόμη και πρόσφατα με την έγκριση του κοινοτικού προϋπολογισμού για την επόμενη επταετία, φάνηκαν καθαρά οι προθέσεις και οι κατευθυντήριες γραμμές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπό την απόλυτη κυριαρχία της Γερμανίας και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Όποιος επιμένει ότι υπάρχει έστω και στοιχειωδώς η παραμικρή δυνατότητα αλλαγής, στο ορατό μέλλον δεκαετιών, απλά είτε είναι εγκληματικά αιθεροβάμων, είτε πρακτορεύει αλλότρια συμφέροντα.

Πράγματι, η Ευρωζώνη, με το Δημοσιονομικό Σύμφωνο που τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2013, έχει αφαιρέσει τη δικαιοδοσία από τις εθνικές κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια στην σύνταξη του προϋπολογισμού και στην εποπτεία των οικονομιών τους. Έχει αποφασιστεί επίσης η ενοποίηση του τραπεζικού συστήματος υπό τον απόλυτο έλεγχο της ΕΚΤ. Ενώ από τις 12 Σεπτεμβρίου 2012 έχει επίσημα ξεκινήσει να οργανώνεται η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία, που προϋποθέτει την κατάλυση των εθνικών κρατών. Ο κ. Μπαρόζο έχει ήδη ανακοινώσει ότι δεν αναγνωρίζεται η εθνική κυριαρχία των κρατών μελών και ότι αυτή αντικαθίσταται με την «συλλογική κυριαρχία» των οργάνων της ΕΕ. Σε λίγο, ούτε καν ελληνική ιθαγένεια θα υπάρχει έναντι της υπερισχύουσας ευρωπαϊκής, προκειμένου η εθνική επικράτεια να περάσει στην «συλλογική κυριαρχία» των Ευρωπαίων.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην πρόσφατη επίσκεψη στην Αθήνα του Προέδρου της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, ο πρωθυπουργός της χώρας κ. Σαμαράς αναφέρθηκε στα «ευρωπαϊκά» κοιτάσματα υδρογονανθράκων, σχετικά με τις έρευνες που γίνονται στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης για υδρογονάνθρακες. Οποιαδήποτε αναφορά σε κάθε τι ελληνικό απαλείφεται σταδιακά. Τα πάντα περνούν στην απόλυτη κυριαρχία των ισχυρών στις Βρυξέλλες και την Φρανκφούρτη.

Ενδεχομένως κάποιος, εν πρώτοις και αγνοώντας την πραγματικότητα όπως αυτή εξελίσσεται, να μην τη θεωρήσει κακή την προοπτική της «ομοσπονδοποίησης», ελπίζοντας ότι έτσι, και εντασσόμενοι πλήρως στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, να επιλυθούν τα προβλήματά μας, έστω και σε βάρος της εθνικής μας κυριαρχίας, η οποία ήδη αμφισβητείται αν δεν έχει ολοκληρωτικά εκχωρηθεί.

Ουδέν ψευδέστερο. Στην προσπάθεια δημιουργίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο μιας καρικατούρας της Αμερικάνικης Ομοσπονδίας των ΗΠΑ, μόνο τις συνέπειες που είχαν οι γηγενείς ερυθρόδερμοι εκεί, θα υποστούν οι λαοί των επί μέρους χωρών της Ευρώπης και ιδιαίτερα του Νότου.

Με τη μεταβίβαση των πάντων στην απόλυτη κυριότητα του κεντροευρωπαϊκού «τέρατος» που δημιουργείται στον άξονα Βρυξελλών - Φρανκφούρτης, πώς θα μπορέσει να υπάρξει στοιχειώδες αίτημα αξιοπρεπούς διαβίωσης των λαών των χωρών του Νότου (και όχι μόνο); Αφού ξεριζωμένοι από τον τόπο τους και υποκαθιστούμενοι από τα εκατομμύρια των μεταναστών, νομαδικοί πλέον πληθυσμοί οι ίδιοι, θα περιφέρονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, για να εξασφαλίσουν κυριολεκτικά ένα ξεροκόμματο και όλα αυτά πίσω από ωραιοποιήσεις και κωδικές εκφράσεις, όπως κινητικότητα των απασχολουμένων κτλ. Πώς λοιπόν να σηκώσουν κεφάλι και να διεκδικήσουν το παραμικρό από τους επικυρίαρχους;

Οι αποφάσεις για μετατροπή του Νότου της Ευρώπης με πρώτη την Ελλάδα σε ειδικές οικονομικές ζώνες, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, χωρίς στοιχειώσεις πρόνοιες για υπηρεσίες και αγαθά, που είναι απολύτως απαραίτητα για μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση, καθώς και με το πέρασμα όλων των περιουσιακών στοιχείων στην κατοχή των επικυρίαρχων χωρών και των τραπεζικών ιδρυμάτων τους, έχουν παρθεί από πολύ καιρό. Αυτή είναι η νεοαποικιακή λογική που επικράτησε στις κορυφές της ευρωένωσης και αυτή έρχεται να υλοποιήσει η «συλλογική κυριαρχία» στα πλαίσια της ομοσπονδοποίησης.

Αυτές οι στρατηγικού χαρακτήρα επιλογές δεν αλλάζουν, με απλή αλλαγή στους συσχετισμούς μεταξύ των κομμάτων, που διαγκωνίζονται για τη διακυβέρνηση των επί μέρους χωρών. Ενδεχομένως να αλλάξει το ύφος, αλλά η ουσία της πολιτικής θα παραμείνει η ίδια. Η αλλαγή που συνέβη στη Γαλλία την άνοιξη του 2012 με τη παράδοση της Προεδρίας από τον συντηρητικό Σαρκοζί στον «σοσιαλιστή» Φρανσουά Ολάντ είναι χαρακτηριστική.

Η (αυτοκρατορική) Ευρώπη, έχει κάνει τις επιλογές της οριστικά και αμετάκλητα, προκειμένου μέσω της «αφρικανοποίησης» του Νότου, να μπορεί να έχει υπό τον απόλυτο έλεγχό της φτηνά εργατικά χέρια. Μια ανθρωπομάζα φτηνής εργατικής δύναμης εγκλωβισμένη σε ειδικές ζώνες, ώστε να μην ενοχλείται η «αισθητική» της βιτρίνας της ισχυρής μητροπολιτικής Ευρώπης, μεταφέροντας ταυτόχρονα οτιδήποτε έχει αξία υπό την κυριότητα και ιδιοκτησία των επικυρίαρχων. Έτσι, καταργείται όμως η ατομική ιδιοκτησία στη χώρα και κάθε θεσμικό πλαίσιο που κατοχυρώνει την εργασία ως δικαίωμα. Από εδώ και πέρα η εργασία θεωρείται μόνο ως ευκαιρία. Καταργείται, επίσης, κάθε έννοια πρόνοιας και Κοινωνικού Κράτους.

Αυτή η πολιτική οδηγεί στα όρια της αντοχής όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, με πρώτες τις πλέον ευάλωτες, όπως η ελληνική. Οι άνεργοι ανέρχονται πλέον σε πολλά εκατομμύρια σε κάθε χώρα, πολλά εκατομμύρια είναι επίσης οι υποαπασχολούμενοι, χωρίς καμιά προοπτική οι νέοι, οι οποίοι από χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα, φεύγουν μαζικά ως μετανάστες. Αλλά αυτό φαίνεται, να μην απασχολεί ιδιαίτερα τις ηγεσίες στην Ευρώπη, αφού ο σκοπός είναι η «ανταγωνιστική» Ευρώπη απέναντι στις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας και των υπολοίπων χωρών που μπαίνουν δυναμικά στο παιχνίδι της παραγωγής, όπως η Ινδία, η Κορέα, η Βραζιλία, κτλ, παίρνοντας ταυτόχρονα τη ρεβάνς από τους λαϊκούς και τη δημοκρατία, που ποτέ δεν «έκατσε» καλά στις απανταχού ελίτ, καταστρέφοντας οτιδήποτε προοδευτικό δημιουργήθηκε από την εποχή της Αναγέννησης μέχρι σήμερα.

Δηλαδή επιδιώκουν μια Ευρώπη φεουδαλικού τύπου, με σχέσεις παραγωγής που μόνο με εκείνες του ευρωπαϊκού μεσαίωνα, ή της αυτοκρατορικής Κίνας μπορεί να προσιδιάζουν. Κι αν δεν το επιδιώκουν συνειδητά, αυτό προκύπτει από τις επιλογές τους…..»[1].

Αυτή είναι η πραγματική ταυτότητα της Ε.Ε. και ο εκβαρβαρισμός το μέλλον, αν οι ίδιοι οι λαοί των χωρών που τη συναποτελούν δεν αντιδράσουν έγκαιρα, πριν τον πόλεμο και την καταστροφή που ακολουθούν συνήθως τέτοιου είδους ιστορικά εξαμβλώματα…..





[1] Από το βιβλίο του αρθρογράφου «Ευρώ ή Εθνικό νόμισμα - Χίλια ψέματα και μια αλήθεια» εκδόσεις ΕΣΟΠΤΡΟΝ 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου