Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Αν

της Πέπης Ρηγοπούλου

Αν πράγματι η τιμή πώλησης για σαράντα χρόνια των 14 κερδοφόρων αεροδρομίων της χώρας μας στην εταιρεία του γερμανικού δημοσίου Fraport είναι 1,234 δισ., τότε γιατί το Ελληνικό Δημόσιο δεν εισπράττει το 1,4 δισ. ΦΠΑ που χρωστά η επίσης γερμανική εταιρεία Hochtief, που εκμεταλλεύεται το αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος», για να μην πουλήσει τα άλλα σε αυτή την εξευτελιστική τιμή;

Μήπως ο νέος υπουργός Οικονομικών, που δήλωσε ότι δεν θα αφήσει κανέναν «να βάλει τον ΦΠΑ στην τσέπη του», θα έπρεπε να ξεκινήσει από την εταιρεία αυτή;

Αν χρειαστούν και πάλι, όπως στην περίπτωση του PSI, είκοσι πέντε ή όσα εκατομμύρια για την πρόσληψη χωρίς διαγωνισμό συμβούλων, προκειμένου να γραφτούν οι όροι των νέων συμβολαίων με τους δανειστές, γιατί να μη χρησιμοποιηθούν εμπειρογνώμονες από το Ελληνικό Δημόσιο ή και από αλλού, που θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αμισθί ή με ένα λιγότερο ληστρικό μίσθωμα;

Αν, δηλαδή, για να διαλύσεις ένα κράτος χρειάζεσαι τόσα χρήματα, γιατί δεν τα χρησιμοποιείς για...
να το ξανακτίσεις;

Οι απορίες αυτές είναι δύο από τις πολλές που ζητούν επειγόντως απάντηση. Αντίθετα, η συζήτηση για άλλα θέματα έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ φανατικών οπαδών, που θέλουν πάση θυσία να εξοντώσουν τον αντίπαλο.

Σχέδια Β, Γ και Δ, εξόδου από το αδιέξοδο χαρακτηρίζονται περίπου ως πράξεις εσχάτης προδοσίας, ενώ άλλα αποκαλύπτονται ως μη όφειλαν, την ίδια ώρα που οι δανειστές για ακόμη μία φορά παίζουν με την υπογραφή ή μη της συμφωνίας. Το παιχνίδι τρόμου συνεχίζεται μονότονα.

Ο καταραμένος λαός συνεχίζει να πληρώνει για τις υποτιθέμενες ανομίες του, ενώ οι επιτηρητές πολλαπλασιάζονται. Η τρόικα έβγαλε και άλλο κεφάλι. Ομως αυτό δεν μας ενδιαφέρει. Το βλέπουμε ακομπλεξάριστα, σαν μια φυσιολογική διαδικασία συνεργασίας με τους «θεσμούς». Που ελέγχουν τα πάντα.

Σκέφτομαι την αίσθηση εξουσίας που θα νιώθουν οι άνθρωποι αυτοί με τους τεράστιους μισθούς, αλλά πιο πολύ ακόμα με την ενσωματωμένη τιμωρητική αντίληψη. Είναι η ρομφαία των κυρίων του κόσμου αυτού, που τη θεωρούν πιο ισχυρή και αποτελεσματική από εκείνην του άλλου κόσμου.

Αίσθηση που γίνεται πιο έντονη λόγω της παντελούς αδυναμίας ή αδιαφορίας να γνωρίσουν τους πραγματικούς ανθρώπους και την πραγματική ζωή αυτής της χώρας. Μέσα από τα ασφαλή αυτοκίνητά τους, βλέπουν τα μυρμήγκια γύρω τους να μιλούν μια ακατανόητη γλώσσα, να συνεχίζουν να πίνουν καφέ, να συνεχίζουν να γεμίζουν τις πλατείες και τους δρόμους, αμετανόητοι κάτοικοι μιας υπαίθριας χώρας.

Σε άλλους καιρούς, οι τότε επικυρίαρχοι χρησιμοποιούσαν ανθρώπους οι οποίοι, αν δεν αγαπούσαν, τουλάχιστον γνώριζαν τον τόπο αυτό και μιλούσαν τη γλώσσα του.

Αυτό που ζούμε σήμερα όλοι θα μπορούσε να ονομαστεί «σουρεαλιστικό», αποκλειστικά με την έννοια που έδιναν στον σουρεαλισμό οι αντίπαλοί του: Κάτι όχι απλώς ακατανόητο, αλλά και απολύτως αδιάφορο να καταστεί κατανοητό για αυτούς που το υφίστανται.

Επειδή όμως τελευταία έχει εμφανιστεί ο όρος σουρεαλιστικός/ σουρεαλιστική στο προσκήνιο της πολιτικής μας ζωής, προσθέτω πως η λέξη αυτή θα έπρεπε να χρησιμοποιείται μετά λόγου γνώσεως: Το ένα από τα δύο βραβεία Νόμπελ, με τα οποία τιμήθηκε η Ελλάδα, δόθηκε σε έναν σουρεαλιστή, τον Ελύτη.

Σε αυτόν, τον όντως σουρεαλισμό, θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ισοδύναμοι ο συνειδητός και ο ασυνείδητος λόγος του ανθρώπου, μέσα από μια νέα σύνθεση, θεμελιωμένη στον ρεαλισμό των βιωμένων πραγμάτων.

Αν αυτό συνέβαινε, θα μπορούσε ίσως να υπάρξει μια έξοδος από την ασκήμια του ακατανόητου και μία έλευση αυτού που είναι η επιθυμία κάθε ανθρώπου και που την εκφράζει ο Αχιλλέας στην Νέκυια: «Να ζούσα, και ας ήμουν ο έσχατος των ανθρώπων». Αυτή την ανάγκη για ζωή δεν μπορεί να μας την ληστεύουν.

από την «Εφημερίδα των Συντακτών» μέσω του «Βαθύ Κόκκινο»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου